Άρθρο
Η ευρωπαϊκή Μαύρη “Διεθνής”

Εξώφυλλο του τευχους 102

Ο Θανάσης Καμπαγιάννης αναλύει την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και τη σχέση της με την ΕΕ.

Η άκρα δεξιά της Ευρώπης ετοιμάζεται το πρώτο πεντάμηνο του 2014 για μια προεκλογική εκστρατεία – ενόψει των Ευρωεκλογών του Μάη – που θα την εκτοξεύσει στο κέντρο του ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού.

Το άρθρο που ακολουθεί είναι χωρισμένο σε τρία μέρη: στο πρώτο θα σκιαγραφήσουμε τις πρωτοβουλίες της ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς και τους βασικούς πρωταγωνιστές της. Στο δεύτερο θα αναδείξουμε τον ρόλο του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας στην ισχυροποίηση των κομμάτων της. Και στο τρίτο, θα επιχειρηματολογήσουμε ότι ο αυξημένος ρόλος της ακροδεξιάς αντιστοιχεί στα βαθύτερα αδιέξοδα με τα οποία είναι αντιμέτωπο το σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η “Διεθνής” της ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς

Η 13η του Νοέμβρη 2013 σηματοδότησε μια νέα σελίδα για τον χώρο της ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς. Οι ηγέτες του γαλλικού Εθνικού Μετώπου (Front National, FN) Μαρίν Λεπέν και του ολλανδικού Κόμματος για την Ελευθερία (Partij voor de Vrijheid, PVV) Γκιρτ Βίλντερς συναντήθηκαν στη Χάγη, στο κτίριο του ολλανδικού Κοινοβουλίου, και ανακοίνωσαν τη σύναψη μιας νέας πολιτικής συμμαχίας (μάλλον υπό την ονομασία Ευρωπαϊκή Συμμαχία για την Ελευθερία). Στόχος τους είναι, με μια εκλογική καμπάνια βασισμένη στον ευρωσκεπτικισμό και τον ρατσισμό κατά των μεταναστών, η συγκρότηση μιας επίσημης ευρω-ομάδας της άκρας δεξιάς, κάτι που απαιτεί τουλάχιστον 25 εκλεγμένους ευρωβουλευτές από επτά χώρες.

Η συμμαχία δεν περιορίζεται στα δύο κόμματα που αναφέραμε. Την επομένη της συνάντησης των Λεπέν-Βίλντερς, οι ευρωβουλευτές έξι ακροδεξιών κομμάτων πραγματοποίησαν την πρώτη τους συνάντηση εργασίας. Εκτός του γαλλικού Εθνικού Μετώπου και του ολλανδικού Κόμματος για την Ελευθερία, συμμετείχαν: το βελγικό Φλαμανδικό Συμφέρον (Vlaams Belang, VB), η ιταλική Λίγκα του Βορρά (Lega Nord, LN), οι Σουηδοί Δημοκράτες (Sverigedemokraterna, SD) και το Αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας (Freiheitliche Partei Österreichs, FPÖ). Στις επαφές έχει ακόμα συμμετάσχει το Σλοβακικό Εθνικό Κόμμα (Slovenska Narodna Strana, SNS).

Ποιά είναι όμως σήμερα η διαφορά από παλιότερες απόπειρες ανάλογων συμμαχιών; Πολλά από αυτά τα κόμματα αντιπροσωπεύονταν ήδη στο Ευρωκοινοβούλιο. Υπάρχει ωστόσο μια ποιοτική αλλαγή στις σημερινές εξελίξεις.

Η ευρωπαϊκή άκρα δεξιά είχε κατορθώσει και παλιότερα, το 2007, να συγκροτήσει ομάδα στο Ευρωκοινοβούλιο, με την ονομασία “Ταυτότητα, Παράδοση, Κυριαρχία” (τότε απαιτούνταν 20 ευρωβουλευτές από έξι χώρες, διάταξη που άλλαξε με τον τρόπο που αναφέραμε το 2009). Ηγέτης των σχετικών προσπαθειών ήταν βέβαια το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο, ένα φασιστικό κόμμα που με τον καιρό αναγκάστηκε να φορέσει γραβάτες (ή ταγιέρ αν μιλάμε για τη νέα ηγέτιδα του κόμματος και κόρη του Ζαν-Μαρί Λεπέν, Μαρίν) για να κερδίσει πολιτική νομιμοποίηση. Πέραν του Αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας (του κόμματος του Γιεργκ Χάιντερ δηλαδή) και του φλαμανδικού Vlaams Belang, κανένα άλλο ακροδεξιό ή ευρωσκεπτικιστικό κόμμα δεν αποτολμούσε μια ανοιχτή ταύτιση με το κόμμα των Λεπέν. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΛΑΟΣ επέλεξε να μη συμμετέχει σε αυτή την ευρω-ομάδα και να προτιμήσει αντίθετα την “Ευρώπη της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας” της οποίας πρακτικά ηγούταν το βρετανικό ευρωσκεπτικιστικό UKIP – United Kingdom Independence Party του Νάιτζελ Φάρατζ.

Η συγκρότηση της ομάδας “Ταυτότητα, Παράδοση, Κυριαρχία” κατέστη τελικά εφικτή λόγω της εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και της αντιπροσώπευσης στο Ευρωκοινοβούλιο δύο εθνικιστικών κομμάτων των χωρών αυτών: του βουλγαρικού κόμματος Επίθεση (Ataka στα βουλγαρικά) και του Κόμματος της Μεγάλης Ρουμανίας. Η συγκρότηση ευρω-ομάδας (που αναγνωρίστηκε από το Προεδρείο της Ευρωβουλής τον Γενάρη του 2007) σήμανε την δυνατότητα άντλησης χρηματικών πόρων 1 εκατομμυρίου ευρώ, τη συμμετοχή σε επιτροπές και σειρά άλλων προνομίων. Ωστόσο, η πρωτοβουλία αυτή έληξε άδοξα: τον Νοέμβρη του 2007, η Αλεσάντρα Μουσολίνι, εγγονή του φασίστα δικτάτορα και ιταλίδα ευρωβουλευτής, τορπίλισε την πολυπόθητη ενότητα με έναν ρατσιστικό οχετό κατά των Ρουμάνων μεταναστών που ζούνε στην Ιταλία αποκαλώντας τους συλλήβδην “εγκληματίες, ληστές”, κοκ. Το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας αντέδρασε στις δηλώσεις Μουσολίνι αποχωρώντας από την “Ταυτότητα, Παράδοση, Κυριαρχία”, η οποία τελικά έχασε την επίσημη αναγνώρισή της και διαλύθηκε.

Η διαφορά τού τότε με το σήμερα είναι ότι το κόμμα της Λεπέν έχει κατορθώσει να σπάσει το κορδόνι της απομόνωσης που υπήρχε γύρω του πίσω στο 2007 και απέτρεπε πολλά κόμματα από την ταύτιση μαζί του. Η συνάντηση με τον Βίλντερς (για την οποία οι πληροφορίες της γαλλικής Liberation λένε ότι μόχθησαν οι Αυστριακοί) αποτυπώνει αυτή την εξέλιξη. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για την είσοδο στη συνεργασία της ιταλικής Λίγκας του Βορρά (πολύ πιο αξιοσέβαστης σε σχέση με τα διάφορα μουσολινικά γκρουπούσκουλα), αλλά και κομμάτων της σκανδιναβικής άκρας δεξιάς, όπως οι Σουηδοί Δημοκράτες.

Η νέα συμμαχία Λεπέν-Βίλντερς δεν λύνει βέβαια το πρόβλημα της ενότητας του “χώρου”. Στα “δεξιά” της, υπάρχει η νεοναζιστική ακροδεξιά της ελληνικής Χρυσής Αυγής, του ουγγρικού Jobbik ή και του Βρετανικού Εθνικού Μετώπου (BNP) με ηγέτη τον ήδη ευρωβουλευτή Νικ Γκρίφιν, τους οποίους η – “μετριοπαθής” πλέον – Λεπέν και ο Βίλντερς κατήγγειλαν ως “ακραίους”. Στα “αριστερά” της, βρίσκονται τα δεξιά ευρωσκεπτικιστικά κόμματα της Μ. Βρετανίας και της Γερμανίας. Ο Νάιτζελ Φάρατζ, ηγέτης του UKIP, δήλωσε ότι δεν μπορεί να συνεργαστεί με μια ευρω-ομάδα που θα περιλαμβάνει το κόμμα της Λεπέν, με το γνωστό αντισημιτικό παρελθόν. Άλλά και το νεότευκτο ευρωσκεπτικιστικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία, που έχει κάνει σημαία του την στοχοποίηση του ευρώ, δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν θέλει να έχει καμία σχέση με την άκρα δεξιά.

Η αποχή αυτή του UKIP είναι μια απώλεια για τη νέα συμμαχία: τα κόμματα των Λεπέν και Βίλντερς βγαίνουν αυτή τη στιγμή πρώτα στις δημοσκοπήσεις που γίνονται για τις ευρωεκλογές του Μάη, και το ίδιο ισχύει και για το UKIP. Ωστόσο, η νομιμοποίηση που έχει πετύχει πλέον η ευρωπαϊκή άκρα δεξιά είναι η μεγαλύτερη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα επτά κόμματα που αναφέρθηκαν ως πιθανοί εταίροι της νέας συμμαχίας (FN, PVV, VB, LN, SD, FPO, SNS), τα τέσσερα έχουν ήδη συμμετάσχει σε αντίστοιχες εθνικές κυβερνήσεις (σε Ολλανδία, Ιταλία, Αυστρία και Σλοβακία), έχουν δηλαδή επίσημα “ξεπλυθεί” από την εικόνα του “άκρου”.

Για να συνοψίσουμε με μια μάλλον γκρίζα εκτίμηση που έχει δει το φως της δημοσιότητας: αν αθροίσει κανείς τις δημοσκοπικές εκτιμήσεις του “χώρου” στο σύνολό του, έτσι όπως τον περιγράψαμε παραπάνω, μαζί με κόμματα που δεν αναφέραμε (σε Δανία, Φινλανδία, Λιθουανία, κλπ), τότε εκφράζονται φόβοι ότι η άκρα δεξιά θα μπορούσε να καταλάβει ακόμα και το ένα τρίτο των εδρών του νέου Ευρωκοινοβουλίου, του μοναδικού δηλαδή θεσμού που εκφράζει τη “δημοκρατική νομιμοποίηση” των λαών της Ευρώπης... Πώς φτάσαμε αλήθεια ως εδώ;

Ρατσισμός και ισλαμοφοβία

Ο ρατσισμός υπήρξε το εισιτήριο για το πέρασμα μιας σειράς φασιστικών κομμάτων από το ακροδεξιό περιθώριο στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο θεωρούταν ένα ανοιχτά ναζιστικό κόμμα πίσω στη δεκαετία του '80: ο ηγέτης του Ζαν Μαρί Λεπέν είχε χαρακτηρίσει το Ολοκαύτωμα “μια λεπτομέρεια της ιστορίας”. Το Vlaams Belang προέρχεται από το κόμμα Vlaams Blok που είχε χαρακτηριστεί επίσημα ρατσιστικό με δικαστική απόφαση στο Βέλγιο, εξ ου και αναγκάστηκε να αλλάξει όνομα για να χτίσει ένα λιγότερο “ριζοσπαστικό” προφίλ. Ο επικεφαλής του Αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας Γιεργκ Χάιντερ είχε γίνει διάσημος για τις φιλοναζιστικές του δηλώσεις. Όταν το 2000, το FPO μπήκε στην αυστριακή κυβέρνηση, η Ευρωπαϊκή Ένωση τής επέβαλε οικονομικές κυρώσεις. Χρειάστηκαν μπόλικες διασπάσεις και μια καινούργια ηγεσία υπό τον Χάινς Κρίστιαν Στράχε για να ξανα-ορθοποδήσει το κόμμα αυτό. Και όμως ακόμα και το 2011, όταν αιτήθηκε την μεταγραφή του στην ευρω-ομάδα “Ευρώπη της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας”, πολλά κόμματα έβαλαν βέτο στην εισδοχή του, με αιτιολογία το “ακραίο” παρελθόν του.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, για το δημοκρατικό ξέπλυμα των κομμάτων αυτών, αποφασιστικό ρόλο έπαιξε ο θεσμικός ρατσισμός σε βάρος των οικονομικών μεταναστών που έρχονται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως από τη στιγμή που η Ευρώπη αποφάσισε να κλείσει τη στρόφιγγα και να ορθώσει τείχη. Ο Σωτήρης Κοντογιάννης σε άλλες σελίδες αυτού του τεύχους εξηγεί την πολιτική της ΕΕ απέναντι στο μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό και τις αλλαγές της μες στο χρόνο. Αυτό που κατόρθωσαν τα φασιστικά κόμματα είναι να νομιμοποιηθούν ως οι πιο αποφασιστικές φωνές ενάντια στα “προβλήματα” που φέρνουν οι μετανάστες μέσα σε ένα γενικευμένο κλίμα ρατσισμού που εξέθρεψαν η ίδια η ΕΕ, οι κυβερνήσεις της και τα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα που βρέθηκαν στην εξουσία. Είναι εντυπωσιακό ότι σήμερα οι ηγέτες των ακροδεξιών κομμάτων, όταν προκαλούνται για τις ρατσιστικές τους θέσεις, δηλώνουν ότι δεν λένε τίποτα περισσότερο από αυτά που υποστηρίζει ο Κάμερον, ο Σαρκοζί ή ο Σαμαράς (ανάλογα με τη χώρα).

Αν ο ρατσισμός ήταν το εισιτήριο για το πέρασμα των φασιστικών κομμάτων από το περιθώριο στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, η ισλαμοφοβία εξασφάλισε ότι η θέση τους θα είναι business class. Η ισλαμοφοβία προσέφερε τον συγκολλητικό ιστό για τη συμμαχία Λεπέν-Βίλντερς. Οι διαφορές που κράταγαν μακριά τους φασίστες του Νότου από τα ξαδέλφια τους στο Βορρά είναι γνωστές: οι Λεπέν και οι φασίστες του Νότου ήταν ανέκαθεν πιο αντισημίτες, πιο “κρατιστές” και καθόλου φιλελεύθεροι σε ζητήματα όπως η ομοφυλοφιλία, η θέση των γυναικών, κλπ. Οι φασίστες του Βορρά είναι αντίθετα φανατικά φιλο-ισραηλινοί, πολέμιοι του “μεγάλου” κοινωνικού κράτους και υπερασπιστές του “ευρωπαϊκού τρόπου ζωής”, στον οποίον συμπεριλαμβάνουν (ιστορική ειρωνεία) τα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλόφιλων.

Οι μουσουλμάνοι πολίτες της Ευρώπης, αλλά και οι μετανάστες και οι πρόσφυγες που έφτασαν από τις ισλαμικές χώρες ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία εξαιτίας των ιμπεριαλιστικών πολέμων, προσέφεραν τον βολικό εχθρό που λείανε όλες αυτές τις διαφοροποιήσεις. Γι' αυτό και όλα τα ακροδεξιά κόμματα, ανεξαρτήτως τού σε ποιά “πτέρυγα” ανήκουν, αγκάλιασαν την ισλαμοφοβία ως συστατικό στοιχείο της στρατηγικής τους. Η ισλαμοφοβία προσέφερε εξάλλου κάτι που καμία από τις προηγούμενες μορφές ρατσισμού δεν είχε προσφέρει: μια επιχειρηματολογία που εισχωρούσε σε προοδευτικά ακροατήρια, αξιοποιώντας κλασικές τους θεματικές, όπως η προστασία των γυναικών, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, η θρησκευτική ανεκτικότητα, κλπ.

Έτσι, ο παλιομοδίτικος – αν και πια “εκσυγχρονισμένος” – φασισμός των Λεπέν κατέληξε να κρύβει τον αντισημιτισμό του πίσω από την πιο μοντέρνα εκδοχή του ισλαμοφοβικού ρατσισμού των Βίλντερς. Και όλα αυτα με τη σφραγίδα αποφάσεων και πολιτικών νομιμοποιημένων από τη Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πρόσφατο βέτο της Ολλανδίας για την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ είναι ακόμα μια χαρακτηριστική στιγμή αυτής της λειτουργίας. Αποτυπώνει ωστόσο την ίδια στιγμή τα αδιέξοδα και τα εγγενή προβλήματα του ίδιου του σχεδίου της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Τα αδιέξοδα της ΕΕ

Αν και για τους υποστηρικτές του μεταπολεμικού σχεδίου της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπάρχει η “χρυσή εποχή” του Σούμαν και του Μονέ, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ή η ΕΟΚ και τα πρόγονά της σχήματα) δεν υπήρξε ποτέ “το σπίτι των λαών”. Η συγκρότησή της ικανοποιούσε πάντοτε δύο ταυτόχρονες αν και αντιφατικές ανάγκες, που ιδεολογικά ενδύθηκαν προοδευτικό πρόσημο.

Η μία ήταν η εμφάνιση της Ευρώπης στην παγκόσμια αγορά ως ενός ενιαίου οικονομικού μπλοκ, απέναντι σε ισχυρούς ανταγωνιστές, κύρια τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και μετέπειτα την Κίνα. Αξίζει εδώ να πούμε ότι, ακόμα και μετά την εμπειρία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η συγκρότηση της “ευρωπαϊκής ταυτότητας” δεν ήταν καθόλου ξένη προς ρατσιστικές αντιλήψεις και φυλετικά στερεότυπα: τουναντίον η ταυτότητα αυτή ήταν κυρίαρχα λευκή και χριστιανική. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα του εξ Ανατολών εχθρού ήταν πάντοτε στην ατζέντα, τροφοδοτώντας την αιώνια αντιπαράθεση για το “πού βρίσκονται τα ανατολικά σύνορα τής Ευρώπης”. Ο αντικομμουνισμός την εποχή που υπήρχε η Σοβιετική Ένωση και η ισλαμοφοβία σήμερα υπήρξαν εκφράσεις αυτού του κοινού “ευρωπαϊκού” μοτίβου.

Η δεύτερη ανάγκη ήταν η διαχείριση των εθνικών εντάσεων ανάμεσα στα κράτη και τα εθνικά κεφάλαια στο εσωτερικό της Ευρώπης που είχαν παλιότερα οδηγήσει σε απανωτούς πολέμους με σημαντικότερους τους δύο Παγκόσμιους. Και σ' αυτή την περίπτωση, είναι λαθροχειρία η παρουσίαση της ΕΕ ως ενός εγχειρήματος που επιχειρούσε την υπέρβαση των εθνικών κρατών. Τα εθνικά κράτη – και κατ' επέκταση τα εθνικά κεφάλαια – αποτελούσαν πάντοτε την τελική πηγή των αποφάσεων, γι' αυτο και ο εθνικισμός δεν ήταν ένα ενοχλητικό κατάλοιπο του παρελθόντος. Το συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο οικοδόμησης της ενωμένης Ευρώπης αποσκοπούσε στην ειρηνική ικανοποίηση των οικονομικών φιλοδοξιών του γερμανικού καπιταλισμού (που ήταν και η αιτία των προηγούμενων πολεμικών συγκρούσεων) με αντάλλαγμα τον αυξημένο πολιτικό ρόλο της Γαλλίας, για το κοινό συμφέρον των αρχουσών τάξεων ολόκληρης της ηπείρου.

Η πολιτική αυτή στοχοθεσία της ευρωπαϊκής ενοποίησης βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα τάρταρα: βοηθούσης της κρίσης, η γερμανική οικονομική ισχύς έχει πλέον ξεχειλίσει σε πολιτικό έλεγχο της ΕΕ, την ίδια στιγμή που η γαλλική επιρροή εξασθενεί. Και οι εθνικισμοί έχουν ξαναμπεί για τα καλά στο τραπέζι. Οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους δανειστές του Βορρά και τους δανειολήπτες του Νότου παίρνουν όλο και συχνότερα εθνικό χρωματισμό: οι “πειθαρχημένοι” Γερμανοί και οι “υπεύθυνοι” Σκανδιναβοί εναντίον των “τεμπέληδων” Ελλήνων, των “ανεύθυνων” Ιταλών και ούτω καθεξής

Δεν είναι περίεργο ότι σε αυτές τις συνθήκες αναδύονται πολιτικές δυνάμεις που ευνοούν την εθνικιστική αναδίπλωση. Η πιο αδιαμφισβήτητη τέτοια περίπτωση είναι η Γαλλία. Το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν δεν αποτελεί κάποιου είδους πληβειακό κίνημα ενάντια στην κοσμοπολίτικη ΕΕ, ισχυρισμός που χρησιμοποιείται πλατιά από πολλά ακροδεξιά κόμματα και που ατυχέστατα γίνεται αποδεκτός και από αριστερούς αναλυτές. Πρόκειται για κομμάτια των εθνικών κεφαλαίων και του πολιτικού προσωπικού (κατά βάση κομμάτων της Δεξιάς) που επενδύουν σε μια διαφορετική μορφή αστικής κυριαρχίας, σε μια περίοδο που το σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης διέρχεται κρίση. Το αν τα ακροδεξιά κόμματα θα κατορθώσουν να συσπειρώσουν γύρω τους πλατύτερες κοινωνικές συμμαχίες με μικροαστικά στρώματα που καταστρέφονται από την κρίση αλλά και κομμάτια της εργατικής τάξης θα είναι κρίσιμο για το πού θα πάνε τα πράγματα τα ερχόμενα χρόνια.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βαθύνει τα αντεργατικά και αντιδημοκρατικά της χαρακτηριστικά, μια διαδικασία της οποίας τα Μνημόνια και οι Τρόικες είναι μόνο η αρχή. Η εθνικοποίηση των χρεών των ευρωπαϊκών τραπεζών και το σύστημα διάσωσής τους σημαίνουν ότι η ΕΕ θα χρειαστεί να αστυνομεύει πολύ πιο ανοιχτά τους δημόσιους προϋπολογισμούς των κρατών-μελών της, γεγονός που θα παραβιάσει ακόμα και στοιχειώδεις αστικοδημοκρατικές κατακτήσεις, όπως η απόφαση της φορολογίας μονάχα από εκλεγμένα κοινοβούλια. Η απόπειρα να δοθεί δημοκρατική νομιμοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεσμοθετώντας την εκλογή του Προέδρου της μέσω των ψηφοδελτίων των Ευρωεκλογών (ένα σύστημα που θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά στις φετινές ευρωεκλογές για την εκλογή του αντικαταστάτη του Μπαρόζο) είναι μια παρωδία δημοκρατίας. Γι' αυτό και ο άνεμος που φυσάει στις εκλογές που έρχονται είναι συντριπτικά εναντίον της ΕΕ. Το Ινστιτούτο Γκάλοπ υπολογίζει ότι μόλις το 30% των πολιτών της Ευρώπης υποστηρίζουν σήμερα την ΕΕ, σε αντίθεση με είκοσι χρόνια πριν που το ανάλογο ποσοστό ήταν 70%.

Η αντιφασιστική στρατηγική σήμερα

Αν ισχύουν όλα τα παραπάνω, τότε μια σύγχρονη αντιφασιστική στρατηγική θα πρέπει να απαντάει ταυτόχρονα και στα τρία επίπεδα που επιχειρήσαμε να αναλύσουμε. Τα καθήκοντα της Αριστεράς στην Ευρώπη διαμορφώνονται έτσι ως εξής: θα πρέπει καταρχάς να οικοδομήσουμε ένα μαζικό αντιφασιστικό κίνημα που να αμφισβητήσει την πολιτική νομιμοποίηση των φασιστικών κομμάτων και τη δυνατότητά τους να σπέρνουν το μίσος από τις γειτονιές μέχρι τα κοινοβούλια. Η εμπειρία κινημάτων, όπως αυτών της Ελλάδας και της Μεγάλης Βρετανίας, είναι πολύτιμη και πρέπει να αξιοποιηθεί. Η οικοδόμηση ενός τέτοιου κινήματος θα απαιτήσει και διεθνείς αντιφασιστικούς συντονισμούς: η διεθνής συνάντηση που οργάνωσε η ΚΕΕΡΦΑ στις 5-6 Οκτώβρη στην Αθήνα ήταν μια τέτοια προσπάθεια. Η απόφαση για μια διεθνή μέρα δράσης στις 22 Μαρτίου 2014 μπορεί να δώσει την ευκαιρία σε χιλιάδες εργαζόμενους και νεολαίους να διαδηλώσουν ταυτόχρονα σε όλη την Ευρώπη την αντίθεσή τους στη φασιστική απειλή και τον αναδυόμενο ακροδεξιό εξτρεμισμό.

Πλάι στο μαζικό αντιφασιστικό κίνημα, θα χρειαστεί μια πλατιά αντιρατσιστική καμπάνια που να απαντάει στα ψέματα των κυβερνήσεων και των φασιστών ενάντια στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Η FRONTEX και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τον Έβρο μέχρι τη Λαμπεντούζα και το Γιβραλτάρ θρέφουν το φασιστικό φίδι, γι' αυτό και ο αντιρατσισμός είναι ζωτικό στοιχείο της αντιφασιστικής πάλης. Ιδιαίτερα, η Αριστερά θα πρέπει να προτεραιοποιήσει την πάλη ενάντια στην ισλαμοφοβία, που αποτελεί την αιχμή του σύγχρονου ρατσιστικού λόγου.

Τέλος, η Αριστερά θα πρέπει να δώσει την δική της πολιτική εναλλακτική λύση απέναντι στην καπιταλιστική κρίση και το αντιδημοκρατικό κρεσέντο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντί να ξοδεύει το πολιτικό της κεφάλαιο στο να συντηρεί τις αυταπάτες για μια δημοκρατική μεταρρύθμιση των ευρωπαϊκών θεσμών και μια “καλύτερη” ευρωζώνη (η υποψηφιότητα Τσίπρα για τη θέση του Μπαρόζο δεν είναι παρά κομμάτι μιας τέτοιας στρατηγικής), η Αριστερά θα πρέπει να αξιοποιήσει την απονομιμοποίηση της ΕΕ για να κερδίσει τις εργατικές μάζες της Ευρώπης σε μια αντικαπιταλιστική προοπτική. Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας δεν μπορεί παρά να είναι ένας νέος διεθνισμός, απέναντι στις δυνάμεις του φασισμού, του ρατσισμού και της εθνικιστικής περιχαράκωσης. Μόνο τότε θα μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι η Ευρώπη θα ξεφύγει τον κίνδυνο να ξανακυλίσει πίσω στις σκοτεινές στιγμές που τη σημάδεψαν στον εικοστό αιώνα.