Άρθρο
Kραχ - Πέρα από το νεοφιλελευθερισμό

Kαθημερινή εικόνα στην Wall Street

Ποιές είναι οι αιτίες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης; Ποιές αλλαγές απαιτούνται για το ξεπέρασμά της; Ο Πάνος Γκαργκάνας εξηγεί πώς μπορούμε να αναζητήσουμε τις απαντήσεις.

Η ραγδαία επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αναγκάζει τα ΜΜΕ να εξαντλήσουν τον υπερθετικό βαθμό. Κάθε βδομάδα συμβαίνει και κάτι νέο «μεγαλύτερο»… Μαύρη Δευτέρα, Μαύρη Παρασκευή, Μαύρος Σεπτέμβρης, Μαύρος Οκτώβρης, Μαύρο Φθινόπωρο του καπιταλισμού… Τα (αρνητικά) ρεκόρ καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο. 

Όταν ανακοινώθηκε η παρέμβαση του αμερικάνικου κράτους στους δυο πυλώνες των στεγαστικών δανείων Freddie και Fannie στις 7 Σεπτέμβρη, θεωρήθηκε «η μεγαλύτερη κρατικοποίηση όλων των εποχών». Ακολούθησε μια βδομάδα αργότερα, στις 14 Σεπτέμβρη, η κατάρρευση της Lehman Brothers, η οποία προκάλεσε μια βδομάδα πανικού στις χρηματαγορές. Μέσα σε εκείνη τη βδομάδα, η κυβέρνηση Μπους αναγκάστηκε να παρέμβει για να διασώσει την ασφαλιστική εταιρεία AIG, καταρρίπτοντας έτσι μέσα σε δέκα μέρες το ρεκόρ της «μεγαλύτερης κρατικοποίησης». Αμέσως μετά ανακοινώθηκε το «Σχέδιο Πόλσον» με τα 700 δις δολάρια για τη σωτηρία των τραπεζών και χαιρετίστηκε ως η «Μητέρα όλων των σχεδίων διάσωσης». Την Παρασκευή 19 Σεπτέμβρη τα Χρηματιστήρια υποδέχθηκαν το Σχέδιο Πόλσον με τη «μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο όλων των εποχών». Το πρωτοσέλιδο των Financial Times χαρακτήρισε εκείνη την άνοδο ως «βρυχηθμό έγκρισης». Αλλά υπήρξαν και σχολιαστές που παρατήρησαν ότι «αν αποτύχει αυτό το σχέδιο, ο κύριος Πόλσον δεν διαθέτει άλλα μπαζούκας στο οπλοστάσιο του (για την καταπολέμηση της κρίσης)».

Αυτές οι επιφυλάξεις επιβεβαιώθηκαν πολύ σύντομα, με το Αμερικάνικο Κογκρέσο να διχάζεται και τα Χρηματιστήρια να καταγράφουν τη «μεγαλύτερη εβδομαδιαία πτώση όλων των εποχών» από τις 6 ως τις 10 Οκτώβρη. Ήταν η επιβεβαίωση ότι η αμερικανική Kεντρική Tράπεζα και το αμερικάνικο Υπουργείο Οικονομικών δεν κατόρθωναν να συγκρατήσουν την κρίση, η οποία χτυπούσε πλέον δυνατά και στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αυτοθαυμάζονταν ότι διαθέτουν καλύτερους θεσμούς και «ρυθμιστικά πλαίσια» από το μοντέλο του «αγγλοσαξονικού καπιταλισμού» βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα. Ο Σαρκοζί έτρεξε να προτείνει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ισοδύναμου για το σχέδιο Πόλσον, η Μέρκελ το απέρριψε, αλλά οι πιέσεις της «Μαύρης Παρασκευής» 10 Οκτώβρη έφεραν τους ηγέτες των χωρών του ευρώ να μαζεύονται στο Παρίσι μαζί με τον (εκτός ευρώ) Γκόρντον Μπράουν και να συμφωνούν σε ένα ακόμα πιο κολοσιαίο σχέδιο: αν ο Πόλσον κινητοποιούσε 700 δις δολάρια για τη σωτηρία των τραπεζών, το Σχέδιο Γκόρντον Μπράουν υποσχέθηκε 2000 δις ευρώ σε όλη την ΕΕ και έφτασε τα 3000 δις σε παγκόσμια κλίμακα.

Εκείνη τη Δευτέρα, 13 Οκτώβρη, οι αγορές «βρυχήθηκαν» ξανά χαιρετίζοντας αυτόν τον παγκόσμιο πακτωλό υπέρ των τραπεζών. Αλλά η ευφορία κράτησε ελάχιστα. Μια νέα «Μαύρη Παρασκευή» ξημέρωσε στις 24 Οκτώβρη με τα Χρηματιστήρια να καταγράφουν πτώσεις γύρω στο 10% μέσα σε μια μέρα. Δεν είχε καν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι στις σελίδες της Εργατικής Αλληλεγγύης (Νο 837, 15.10.2008) που προειδοποιούσε ενάντια στους πανηγυρισμούς για τον «μάγο Γκόρντον Μπράουν». 

Ουσιαστικά, στο τέλος Οκτώβρη η κρίση έχει φτάσει στο σημείο που όλοι οι αναλυτές παραδέχονται ότι χτυπάει πια την «πραγματική οικονομία». Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναθεωρεί δραματικά προς τα κάτω τις προβλέψεις του για τους ρυθμούς ανάπτυξης. Ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας εκτιμά ότι μέχρι το τέλος του 2009 θα χαθούν 20 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Και οι πανικόβλητοι τραπεζίτες υπολογίζουν σε τεράστιο ύψος τις πιθανότητες χρεοκοπίας ολόκληρων χωρών : 90% για την Ουκρανία και το Πακιστάν, 30% για την Τουρκία.

Οι διαστάσεις της κρίσης μετά από αυτό το δραματικό δίμηνο Σεπτέμβρη-Οκτώβρη, αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν το τοπίο σχετικά με τις θεωρίες για τις αιτίες της κρίσης. 

Οι θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού έχουν κυριολεκτικά γελοιοποιηθεί. Να ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Καθημερινή. Γράφει η Χριστίνα Κοψίνη για «αυτούς που κάθε τόσο επιβράβευε η Σουηδική Ακαδημία για τα πολυσύνθετα μαθηματικά μοντέλα που βρήκαν εφαρμογή στις αγορές…

Πώς να τα βάλεις με τα Νόμπελ που παρήλαυναν τα τελευταία χρόνια επιβραβεύοντας το άπειρο στις κερδοσκοπικές κινήσεις;

Αλήθεια, πού είναι τώρα αυτά τα μαθηματικά μυαλά να μας πουν γιατί δεν λειτούργησαν τα συστήματα συναγερμού στα μοντέλα διάχυσης επιχειρηματικών κινδύνων; Γιατί δεν άναψε το φωτάκι κινδύνου; Γιατί δεν προέβλεψαν το άνω ή το κάτω φράγμα των αγορών όταν μοντελοποίησαν το short selling, όταν κατασκεύαζαν το ολοκλήρωμα του δανεισμού τίτλων margin;

Αλήθεια πού είναι οι καθηγητές του Οικονομικού Πανεπιστημίου; Πού είναι τα μυαλά του Οικονομικού Πανεπιστημίου Πειραιά που τόσο πολύ συνδέθηκαν με τις αγορές, τα τραπεζοοικονομικά και τα διεθνή προγράμματα;

Ας μιλήσει λοιπόν η ελληνική διανόηση των οικονομικών πανεπιστημίων και ας μας πει ποιο είναι το περιεχόμενο της κρίσης, ποια η έκταση της και ποια η έξοδος από αυτήν.»

Μάταια περιμένει απάντηση η Καθημερινή. Απαντήσεις μπορούν να δώσουν μόνο οι φωνές που προειδοποιούσαν για την τρέλα των αγορών. Αλλά και σ’ αυτό το στρατόπεδο χρειάζεται να αποφύγουμε τις λαθεμένες απόψεις.

 Ένα πρώτο θύμα των εξελίξεων είναι οι απόψεις που ισχυρίζονταν ότι πρόκειται για κρίση των τραπεζών ενώ τα «βασικά δεδομένα» των επιχειρήσεων της «πραγματικής οικονομίας» παραμένουν ισχυρά. Ο Μαρξ πριν από 150 χρόνια προειδοποιούσε ότι πάντα, μέχρι την τελευταία στιγμή που χτυπάει η κρίση, η κατάσταση της οικονομίας μοιάζει να είναι καλύτερη από ποτέ. Για να το πούμε κάπως διαφορετικά, το πιο βαθύ σκοτάδι για τους αντίπαλους του καπιταλισμού υπάρχει λίγο πριν ξημερώσει. Αυτό ξεγέλασε πολλούς, που βλέποντας τα υψηλά κέρδη των μεγαλύτερων πολυεθνικών θεωρούσαν ότι η κρίση δεν τις ακουμπάει. Ήδη, όμως, δίπλα στις «τοξικές» τράπεζες άρχισαν να ξεπροβάλουν οι πρώτες «προβληματικές» βιομηχανίες. Ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας δίνει τα πρώτα παραδείγματα με μαζικά κλεισίματα και απολύσεις, αλλά όλοι πλέον συμφωνούν ότι τα προβλήματα δεν θα περιοριστούν εκεί. Η κρίση αφορά όλη την οικονομία, όχι μόνο τις τράπεζες.

Ένα δεύτερο πλήγμα δόθηκε στις απόψεις που έβλεπαν την κρίση ως αποτέλεσμα της «δογματικής» προσήλωσης των κυβερνήσεων στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. Τέτοιες απόψεις κάνουν ένα διπλό λάθος.

Το πρώτο λάθος είναι να πιστεύουν ότι το κράτος λειτουργεί με κριτήριο τις θεωρητικές διακηρύξεις των διαχειριστών του αντί να βλέπουν συγκεκριμένα τον ταξικό ρόλο του. Μέσα στα χρόνια της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, πίσω από τα παχιά λόγια για τον περιορισμό του ρόλου του κράτους υπήρχε η δραστική κρατική παρέμβαση υπέρ των πολυεθνικών επιχειρήσεων της κάθε ιμπεριαλιστικής μητρόπολης. Το κράτος τούς παρείχε πλούσιες συμβάσεις, όχι μόνο για πολεμικούς εξοπλισμούς αλλά και για μεγάλα δημόσια έργα. Ήταν επίσης πηγή μεγάλων επιδοτήσεων, π.χ. για τις βιομηχανίες τροφίμων, και γενναίων φοροαπαλλαγών. Τέλος, το κράτος και η περισσότερο ή λιγότερο βίαιη διπλωματία του ήταν η μπουλντόζα που άνοιγε δρόμους για τις δικές του πολυεθνικές ώστε να αρπάζουν τα φιλέτα των ιδιωτικοποιήσεων και του ανοίγματος των αγορών στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου». Ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν καθόλου «δογματικός», αντίθετα φρόντιζε να είναι ξεδιάντροπα «κρατικοδίαιτος» και περπατημένος σε μονοπάτια ανοιγμένα δια πυρός και σιδήρου.

Ένα δεύτερο λάθος, δεμένο με το πρώτο, είναι η αντίληψη ότι το κράτος, αν απαλλαγεί από τις «παρωπίδες» των νεοφιλελεύθερων διαχειριστών, έχει τη δύναμη να δαμάσει την κρίση χωρίς αντικαπιταλιστικές «ακρότητες». Η πιο αφελής διατύπωση αυτής της αντίληψης δόθηκε από τον Παύλο Τσίμα στα ΝΕΑ, σε ένα σχόλιο που έλεγε ότι η κρίση αναγκάζει ακόμα και τον Μπους να εγκαταλείψει τις νεοφιλελεύθερες συνταγές και να υιοθετήσει, έστω και με λάθη, τη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση. 

Αυτό που κάνουν αυτή τη στιγμή οι κυβερνήσεις ΗΠΑ και ΕΕ όχι μόνο δεν προετοιμάζει μια στροφή ώστε αύριο να έρθουν «προοδευτικές» κυβερνήσεις και να έχουν λυμένα τα χέρια τους για «κεϋνσιανές» παρεμβάσεις στην οικονομία. Αντίθετα, αποδεικνύουν προκαταβολικά την αδυναμία των κρατικών επεμβάσεων να ελέγξουν την κρίση χωρίς ριζικές ανατροπές. 

Το αστικό κράτος δεν είναι πανίσχυρο. Έχει τους περιορισμούς των ταξικών συμφερόντων που υπηρετεί. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Σύμφωνα με τους Financial Times:

«Τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία των πέντε μεγάλων τραπεζών της Βρετανίας ισοδυναμούν με τέσσερις φορές το ΑΕΠ τους. Μια κεφαλαιακή αναδιάρθρωση της τάξης του 1% του ενεργητικού τους θα οδηγούσε στην αύξηση του χρέους της κυβέρνησης κατά ποσό ίσο με 4% του ΑΕΠ, ενώ μια κεφαλαιακή αναδιάρθρωση της τάξης του 5% θα της κόστιζε ένα 20% του ΑΕΠ». (αναφέρεται από τον Κώστα Σαρρή στην Εργατική Αλληλεγγύη Νο 838, 23/10/2008)

Οι τράπεζες έχουν γιγαντωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμα και τα ισχυρότερα κράτη κινδυνεύουν να γονατίσουν από τα χρέη, αν προσπαθήσουν να σώσουν τις τράπεζες με όρους εμπορικούς, όπως κάνουν αυτή τη στιγμή. Αυτό δεν είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός κάποιου «δογματικού» Μαρξιστή. Είναι ο τρόπος που λειτουργεί ο ίδιος ο καπιταλισμός σαν σύστημα. Μετά τις κρατικές επεμβάσεις Μπους-Πόλσον το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τις χρηματαγορές να αρχίσουν να υπολογίζουν πόσο είναι το ρίσκο κήρυξης χρεωκοπίας του αμερικάνικου δημόσιου και να χρεώνουν το αντίστοιχο ασφάλιστρο για κάθε νέο δάνειο που συνάπτει το αμερικάνικο Υπουργείο Οικονομικών! Αντιμετωπίζουν τον δημόσιο δανεισμό των ΗΠΑ με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζουν τα επισφαλή δάνεια της Αργεντινής ή της Ρουμανίας. 

Δεν υπάρχει διέξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο μόνο και μόνο επειδή ο υπουργός θα πάψει να είναι νεοφιλελεύθερος και θα γίνει «νεοκεϋνσιανός» ή ακόμα και «σοσιαλιστής» Aπαιτούνται πιο ριζικές ρήξεις με την καπιταλιστική λογική, όπως κρατικοποιήσεις χωρίς αποζημίωση και επιβολή εργατικού ελέγχου. 

Γι’ αυτό οι συζητήσεις γύρω από τα αίτια και τις ρίζες της κρίσης δεν είναι ακαδημαϊκές. Μόνο μια Αριστερά αντικαπιταλιστική, προσανατολισμένη στην κατάληψη της εξουσίας από την ίδια την εργατική τάξη, μπορεί να στηρίξει τέτοια ριζικά μέτρα. Και για να βαδίσει προς τα εκεί πρέπει να απορρίψει τις «εύκολες» ερμηνείες για την κρίση ως αποτέλεσμα τραπεζικών «υπερβολών» ή νεοφιλελεύθερων «δογματισμών». Πρέπει να αναζητήσει τα αίτια στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού σαν σύστημα. 

Αυτή είναι μια αναζήτηση που έχει τις δικές της δυσκολίες. Βαραίνει στις πλάτες της η αποτυχία του σταλινισμού, και στην ΕΣΣΔ και στα ΚΚ της Δύσης. 

Η Μαρξιστική θεωρία για τον Νόμο της Αξίας και τις κρίσεις στον καπιταλισμό πέρασε τα πάνδεινα στα χέρια της σταλινικής ορθοδοξίας του «σοβιετικού μαρξισμού». Ο Τρότσκι, ο Μπουχάριν, ο Πρεομπραζένσκι, ο Ρούμπιν, ο Ροσντόλσκι, εξορίστηκαν και η σοβιετική οικονομική επιστήμη εξαναγκάστηκε να υπηρετεί τις σκοπιμότητες μιας κρατικοκαπιταλιστικής γραφειοκρατίας που κυνηγούσε τη συσσώρευση κατ’ εικόνα και ομοίωση των δυτικών ανταγωνιστών της. Τον καιρό του Στάλιν φρόντιζε να εξαφανίσει τις αντιφάσεις της πρωταρχικής συσσώρευσης και τον καιρό του Κοσύγκιν και του Γκορμπατσόφ έφτασε να εξυμνεί τους «δείκτες του κέρδους» σαν οδηγούς για την οικονομία. Τα ΚΚ που έμεναν πιστά στη Μόσχα δεν είχαν τίποτα για να τους βοηθήσει στην ανάλυση του καπιταλισμού και των κρίσεων του. Ο Χένρικ Γκρόσμαν και το βιβλίο του για «Το Νόμο της Συσσώρευσης και της Κατάρρευσης του Καπιταλιστικού Συστήματος», που έγραψε στη Φρανκφούρτη παραμονές του Κραχ του 1929, παρέμεινε για δεκαετίες μια άγνωστη συμβολή ενός κομμουνιστή οικονομολόγου κατατρεγμένου από το επίσημο κομμουνιστικό κίνημα. 

Οι ηγεσίες των ΚΚ της Δύσης - φιλοσοβιετικές και ευρωκομμουνιστικές - βρέθηκαν σταδιακά στο στρατόπεδο της Κεϋνσιανής ορθοδοξίας για την αντιμετώπιση των κρίσεων. Από τη στήριξη του ΚΚ ΗΠΑ για το «Νιου Ντηλ» του Ρούζβελτ στη δεκαετία του ’30 μέχρι το «Κοινό Πρόγραμμα» του γαλλικού ΚΚ με τον Μιτεράν στη δεκαετία του 1980, οι διαφορές με τη σοσιαλδημοκρατία στην οικονομική πολιτική έγιναν ποσοτικές μάλλον παρά ποιοτικές. 

Ο κατήφορος δεν σταμάτησε εκεί. Όταν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα άρχισαν να εγκαταλείπουν τον Κέϋνς και να προσαρμόζονται στη στροφή προς το νεοφιλελευθερισμό, οι ηγεσίες των δυτικών ΚΚ ακολούθησαν τη νέα ορθοδοξία του ρεφορμισμού. Στη Βρετανία ο τελευταίος πρωθυπουργός του Εργατικού Κόμματος πριν από τη Θάτσερ, ο Τζέϊμς Κάλαχαν, δήλωνε ότι δεν είναι δυνατόν πλέον να βγούμε από τη κρίση με κάποιες δημόσιες ενέσεις για τη συνολική ζήτηση. Στην Ισπανία, ο «ευρωκομμουνιστής» Σαντιάγο Καρίγιο έβαλε την υπογραφή του στο Σύμφωνο της Μονκλόα που επέβαλε θυσίες στην εργατική τάξη. Το ίδιο έκανε ο Μπερλίνγκουερ με τον «Ιστορικό Συμβιβασμό» στην Ιταλία, ανοίγοντας το δρόμο για την πορεία που έκανε τον τελευταίο γραμματέα του ΚΚ Ιταλίας αντάξιο του Τόνι Μπλερ και του Σημίτη. Στην Ελλάδα, η κοινή διακήρυξη Κύρκου-Φλωράκη που δημιούργησε τον τότε ενιαίο Συνασπισμό το 1987 έγινε το θερμοκήπιο στο οποίο άνθισαν οι θεωρίες του Ανδρουλάκη και της Δαμανάκη για την «Τέχνη του Επιχειρείν» και τον αναντικατάστατο ρόλο της αγοράς. 

Στα δύσκολα εκείνα χρόνια είχαν απομείνει μόνες οι φωνές που είχε αναδείξει ο Μάης του ’68 να μιλούν για τη θεωρία του Μαρξ για την κρίση. Ο Μπαράν και ο Σουίζι στην Αμερική, ο Μαντέλ, ο Τόνι Κλιφ και ο Κρις Χάρμαν στην Ευρώπη. Το βιβλίο του Χάρμαν «Explaining the crisis» που κυκλοφόρησε το 1983 και το 1987 ήταν μια προσπάθεια κυριολεκτικά κόντρα στο ρεύμα. Είκοσι χρόνια μετά, μαζί με την πιο «εκλαϊκευμένη» εκδοχή του με τίτλο «Η Οικονομία του Τρελοκομείου», παραμένει ένα σημείο αναφοράς για όλους όσους προσπαθούμε να αναζητήσουμε τις ρίζες της κρίσης μέσα στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Τα ρεύματα του Μαοϊσμού ποτέ δεν κατάφεραν να συμβάλουν σ’ αυτή την αναζήτηση. Τα ρεύματα της Αυτονομίας αναζήτησαν διέξοδο στην «υποκειμενοποίηση» της κρίσης. Ερμήνευαν την κρίση σαν αποτέλεσμα των πιέσεων πάνω στα κέρδη που δημιουργούσε ένα ανοδικό κύμα εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων. Ήταν μια ερμηνεία που έμοιαζε ριζοσπαστική στα χρόνια της δεκαετίας του 70, όταν οι εργάτες και η νεολαία της Ιταλίας προχωρούσαν σε άγριες απεργίες και καταλήψεις ενάντια στους Ανιέλι και Πιρέλι του ιταλικού καπιταλισμού, αψηφώντας τους (ανιστόρητους) συμβιβασμούς του ΙΚΚ. Αλλά ακόμα και τότε ήταν προβληματική απέναντι σε αστικές οικονομικές θεωρίες που έλεγαν ότι για τον πληθωρισμό φταίνε οι μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς που κέρδιζαν οι μαχητικές απεργίες. Με την κάμψη του εργατικού κινήματος στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, οι θεωρίες της Αυτονομίας έμειναν στον αέρα και σίγουρα δεν μπορούν να δώσουν αφετηρία εξήγησης για τις κρίσεις του 1998 και του 2008, σε εποχές δηλαδή που οι πραγματικοί μισθοί και ο κοινωνικός μισθός είχαν μειωθεί σχεδόν παντού.

Είναι απαραίτητη, λοιπόν, η επιστροφή στις ρίζες του Μαρξ. Ο Μαρξ και ο Κέυνς έχουν κοινό σημείο τη διαπίστωση ότι οι αγορές δεν οδηγούν σε κατάσταση ισορροπίας. Ανατρέπουν δηλαδή τις θεωρίες για το «αόρατο χέρι» της αγοράς. Ωστόσο ο Μαρξ πηγαίνει πιο πέρα εντοπίζοντας τη πηγή των ανισορροπιών και των κρίσεων στην ίδια την παραγωγή και τον τρόπο που είναι οργανωμένη μέσα στον καπιταλισμό. 

Το ελατήριο που κινεί την οικονομία στον καπιταλισμό είναι η ανταγωνιστική συσσώρευση με κριτήριο το ποσοστό κέρδους. Κανένας καπιταλιστής δεν λειτουργεί με κριτήριο τον όγκο των κερδών που συγκεντρώνει στα χέρια του σαν απόλυτο μέγεθος. Κανένας καπιταλιστής δεν αναρωτιέται «τι μπορούν να μου προσφέρουν 10 δις εκατομμύρια δολάρια που δεν μπορώ να απολαύσω με 1 δις δολάρια;» Τα όρια της απληστίας τους δεν είναι «τα όρια της κοιλιάς» τους όπως παρατηρούσε ο Μαρξ για τους φεουδάρχες. Πάντα το κριτήριο είναι η «απόδοση της επένδυσης», δηλαδή το κέρδος ως ποσοστό του επενδυμένου κεφαλαίου, και πάντα σε σύγκριση με τις επιδόσεις των ανταγωνιστών. Μια επιχείρηση με ρυθμούς κερδοφορίας χαμηλότερους από τους ανταγωνιστές της είναι ευάλωτη και κινδυνεύει είτε να χάσει μερίδιο της αγοράς είτε να την καταπιεί κάποιος αντίπαλος.

Κι όμως αυτό το τόσο καθοριστικό ελατήριο είναι που υπονομεύεται από το ίδιο το κυνήγι της συσσώρευσης καθώς το ποσοστό κέρδους τείνει να υποχωρεί. Όσο αυξάνεται το μέγεθος της μέσης επένδυσης, τόσο αλλάζει και η σύνθεσή της με μεγαλύτερο μερίδιο για μηχανήματα και εγκαταστάσεις παρά για μισθούς. Το μερίδιο της «νεκρής εργασίας» διογκώνεται σε βάρος της ζωντανής που είναι η πηγή του κέρδους. Το κλάσμα με αριθμητή το κέρδος και παρανομαστή τη συνολική επένδυση τείνει να μειώνεται. Όταν η μείωση φτάσει σε σημείο που οι καπιταλιστές θεωρούν μια νέα επένδυση ασύμφορη, η ισορροπία της οικονομίας ανατρέπεται. Χωρίς νέες επενδύσεις μειώνεται η ζήτηση για μηχανήματα, αρχίζουν απολύσεις στη βαρειά βιομηχανία και η κρίση απλώνεται σε όλους τους κλάδους. Μια κρίση πολύ πιο βαθειά από τις κυκλικές διακυμάνσεις που προκαλεί η τύφλα της αγοράς, δηλαδή η αδυναμία κάθε επιχείρησης που δεν γνωρίζει σε ποιο σημείο θα βρίσκεται η ζήτηση για τα προϊόντα που παράγει.

Τα προβλήματα που προκαλεί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους αντισταθμίζονται από διάφορους παράγοντες στην πορεία του καπιταλισμού. Ο πιο δραστικός τέτοιος παράγοντας είναι η ίδια η καταστροφική μανία της κρίσης που απαξιώνει κεφάλαια και δίνει τη δυνατότητα σε όσες επιχειρήσεις επιβιώσουν να ξαναρχίσουν από νέα, υψηλότερα επίπεδα κερδοφορίας. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει θεωρητικούς του καπιταλισμού, όπως ο Φον Χάγιεκ, να μιλήσουν για τη «δημιουργική καταστροφή» ως παράγοντα αυτορρύθμισης του συστήματος. Είναι, όμως, τραγικό ακόμα και να σκέφτεται κάποιος με τέτοιους όρους. Η έκταση της καταστροφής που συντελέστηκε για να επανέλθει το σύστημα μετά το Κραχ του 1929 ήταν φρικιαστική. Μόνο μετά τις καταστροφές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου πήρε ξανά μπροστά η οικονομία. 

Η αυξημένη κερδοφορία που εξασφαλίστηκε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διατηρήθηκε, με τη βοήθεια και των διαστάσεων που πήρε η πολεμική βιομηχανία, για 30 περίπου χρόνια. Από τη δεκαετία το 70 και μετά, όμως, τα προβλήματα της πτώσης του ποσοστού κέρδους επανήλθαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικανού Μαρξιστή Ρόμπερτ Μπρένερ, τα οποία επικαλείται και ο Χάρμαν, τα επίπεδα του ποσοστού κέρδους στην αμερικάνικη βιομηχανία έπεσαν από 24,8% το διάστημα 1949-69 στο 13% το διάστημα 1980-90. ανέκαμψαν στο 17,7% στη δεκαετία του 90, αλλά παρέμεναν στο 14,4% το 2000-05. Aυτό είναι το υπόβαθρο που εξηγεί γιατί τα 30 χρόνια από τη δεκαετία του 1970 είναι γεμάτα κρίσεις που δεν υπήρχαν τα προηγούμενα 30 χρόνια. Χωρίς αυτή την εξήγηση, οι κρίσεις του 1973-74, του 1980-1, του 1987, του 1990-91, του 1998 και η σημερινή αντιμετωπίζονται ως «τυχαία ατυχήματα»: άλλοτε πετρελαϊκή, άλλοτε τραπεζιτική, άλλοτε αποτέλεσμα «θεομηνίας»…

Τα τελευταία δέκα χρόνια οι αλλεπάλληλες ενέσεις της αμερικάνικης Kεντρικής Tράπεζας με τις φούσκες που δημιουργούσαν ανέβαλαν τα κρισιακά φαινόμενα χωρίς όμως να λύνουν το πρόβλημα, το οποίο εκδηλώνεται τώρα εκρηκτικά με το σκάσιμο της τελευταίας και μεγαλύτερης φούσκας.

Και βέβαια, όσο πιο πολύ μεγαλώνει η ηλικία του συστήματος, τόσο μεγαλώνει το μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων και τόσο πιο φρικιαστική γίνεται η «δημιουργική καταστροφή». Αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε «συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου» έχει δημιουργήσει πολυεθνικά μεγαθήρια που κανένα κράτος δεν μπορεί να αντέξει τη χρεωκοπία τους. Όποιος φαντάζεται ότι οι ΗΠΑ θα κάθονταν με σταυρωμένα χέρια αφήνοντας να καταρρεύσει το τραπεζικό τους σύστημα και η Τζένεραλ Μότορς ή η Μπόινγκ γιατί έτσι θα ξαναζωντάνευε η κερδοφορία των τραπεζών στην Ιαπωνία ή της αυτοκινητοβιομηχανίας στην Ευρώπη, πρέπει να ζει σε άλλο πλανήτη. Το σημερινό κόστος μιας «αυτορυθμιζόμενης» εξόδου του καπιταλισμού από την κρίση είναι ασύλληπτο. Για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της Γης η αναζήτηση άλλης διεξόδου είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. 

Αυτή τη στιγμή οι φωνές που ισχυρίζονταν ότι όλα μπορούν να αφεθούν στην αυτορρύθμιση των αγορών έχουν χάσει το κύρος τους. Όταν ο Άλαν Γκρίνσπαν κάνει δημόσια την αυτοκριτική του «για την εμπιστοσύνη που είχε στις αγορές», δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα. Η ανάγκη παρέμβασης και ρύθμισης ομολογείται ανοιχτά. Το πρόβλημα των υποστηρικτών της «ρύθμισης των αγορών» ώστε να επέλθει η «ισορροπία κράτους-αγοράς» που είχε διαταραχθεί με τον «άκρατο νεοφιλελευθερισμό» είναι ότι δεν μπορούν να προσδιορίσουν πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η ισορροπία. Θέλουν να υπάρχει «ρύθμιση» στο χρηματοοικονομικό τομέα ώστε να αποφεύγονται οι φούσκες; Όμως οι φούσκες ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας της οικονομίας το προηγούμενο διάστημα και εξσφάλιζαν ένα μέρος της συνολικής ζήτησης μέσα στις ΗΠΑ και όχι μόνο. Τι θα αντικαταστήσει τις φούσκες σε αυτό το ρόλο τους; Θα επιτρέψουν να υπάρχουν «ολίγον» φούσκες; Τότε τι και ποιος θα εγγυηθεί ότι δεν θα επαναληφθούν τα φαινόμενα που οδήγησαν στη σημερινή κρίση;

Η απαίτηση ότι πρέπει να υπάρξει συλλογικός δημοκρατικός εργατικός έλεγχος στα κλειδιά της οικονομίας δεν είναι ένα «ακραίο αίτημα» μέσα στις σημερινές συνθήκες. Είναι η λογική απάντηση μπροστά στην παταγώδη αποτυχία του σημερινού συστήματος, όπου οι αποφάσεις μένουν στα χέρια των μεγαλομετόχων, των μάνατζερ και των «ειδικών» με τα ψευτοεπιστημονικά μαθηματικά μοντέλα διαχείρισης κινδύνων. Είναι σίγουρο ότι θα χρειαστούν επαναστάσεις για να επιβάλουμε αυτό το τόσο λογικό αίτημα απέναντι στη λυσσαλέα αντίδραση από τα συμφέροντα της σημερινής αποτυχημένης άρχουσας τάξης. Αλλά δεν θα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που η επανάσταση θα γίνει η μαμή για να πάει η ανθρωπότητα μπροστά.