Άρθρο
Το τραπεζικό ζήτημα

Κάποτε ήταν το λεγόμενο Ανατολικό ζήτημα αυτό που τροφοδοτούσε τους ανταγωνισμούς και τους πανικούς στις πρωτεύουσες της Ευρώπης. Σήμερα τη θέση του έχουν πάρει οι αγωνίες για το ρόλο και την τύχη του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο Πάνος Γκαργκάνας δίνει την εικόνα.

 

Τα προβλήματα (και τα σκάνδαλα) των τραπεζών είναι ένα μοτίβο που μπορεί να μην κυριάρχησε στην προεκλογική περίοδο προς τις Ευρωεκλογές του Μάη, αποτελεί ωστόσο για άλλη μια φορά σχεδόν παντού το υπόβαθρο για τις ανησυχίες της άρχουσας τάξης για τη σταθερότητα της οικονομικής (και της πολιτικής) κατάστασης. Σήμερα πια όλοι ομολογούν ότι το 2010-12 η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη πέρασαν μια κρίση που δεν αφορούσε απλά την «περιφέρειά» τους στην Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα αλλά το ίδιο το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Το τωρινό καυτό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η κρίση επιστρέφει.

Αυτό είναι προφανές στην περίπτωση της Βρετανίας όπου το μέλλον του Σίτι του Λονδίνου βρίσκεται στην καρδιά της κρίσης του Brexit. Είναι εξίσου φανερό ότι οι τράπεζες της Ιταλίας εξακολουθούν να φέρνουν πονοκέφαλο στις αρχές όχι μόνο στη Ρώμη αλλά και στη Φρανκφούρτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στις Βρυξέλλες της Κομισιόν. Το φαινομενικά παράδοξο είναι το γεγονός ότι το τραπεζικό ζήτημα κάνει τα επιτελεία να πονοκεφαλιάζουν και στην καρδιά του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, στο Βερολίνο.

Τον Μάρτη και τον Απρίλη βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για τη συγχώνευση δυο γερμανικών τραπεζικών κολοσσών, της Ντόιτσε Μπανκ και της Κομέρτσμπανκ. Η κυβέρνηση της Μέρκελ είχε ταχθεί με δηλώσεις του (σοσιαλδημοκράτη) υπουργού Οικονομικών Όλαφ Σολτς υπέρ της συγχώνευσης με το σκεπτικό ότι έτσι θα δημιουργηθεί ένας τραπεζικός «εθνικός πρωταθλητής» που τον έχουν ανάγκη οι γερμανικές επιχειρήσεις στις διεθνείς δραστηριότητές τους.

Τελικά, οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν μέσα στο Πάσχα. Ένας παράγοντας που έπαιξε ρόλο ήταν η αντίθεση των συνδικάτων που είχαν εξαγριωθεί επειδή τα σχέδια για συγχώνευση μεταφράζονταν σε 30.000 απολύσεις! Ένας δεύτερος παράγοντας ήταν οι αντιρρήσεις μέσα από το ίδιο το κόμμα της Μέρκελ, επειδή τα σχέδια θα σήμαιναν επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού καθώς το κράτος θα συμμετείχε στην κεφαλαιοποίηση του υπό εκκόλαψη «εθνικού πρωταθλητή».

Οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς υποδέχθηκαν την είδηση για την αποτυχία της συγχώνευσης με τον τίτλο «η Ντόιτσε και η Κομέρτσμπανκ αντιμετωπίζουν αβέβαιο μέλλον».1 Η εξήγηση της εφημερίδας είναι ότι και οι δυο αντιμετωπίζουν δυσκολίες να προχωρήσουν σε μείωση του κόστους και αύξηση των εισπράξεών τους μέσα σε συνθήκες χαμηλών επιτοκίων και σκληρού ανταγωνισμού.

«Σκληρός ανταγωνισμός» είναι μια έκφραση πολύ επιεικής για να περιγράψει την κατάσταση. Τα χτυπήματα κάτω από τη μέση δίνουν και παίρνουν τροφοδοτώντας το ξέσπασμα μιας σειράς σκανδάλων. Τον Γενάρη του 2017 η Ντόιτσε είχε πληρώσει 630 εκατομμύρια δολάρια για να συμβιβαστεί με τις εποπτικές αρχές (αμερικανικές και βρετανικές) που ερευνούσαν την ανάμειξή της στο σκάνδαλο του «ρώσικου πλυντήριου», δηλαδή στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος από τη Ρωσία ύψους 20 δις δολαρίων. Τώρα αντιμετωπίζει νέα έρευνα από τις εποπτικές αρχές (αμερικανικές και γερμανικές) για εμπλοκή στο σκάνδαλο της τράπεζας Ντάνσκε για «ξέπλυμα» ύψους 160 δις δολαρίων.

Αυτό που έρχεται στην επιφάνεια μέσα από αυτά τα σκάνδαλα είναι μια εξαιρετικά κερδοφόρα δραστηριότητα όπου τράπεζες της Δανίας και της Σουηδίας (με τη βοήθεια γερμανικών) χρησιμοποιούσαν τις θυγατρικές τους στην Εσθονία για να μεταφέρουν κεφάλαια από τη Ρωσία στο τραπεζικό σύστημα της Δύσης. Η δανέζικη Ντάνσκε έχει δεχτεί ότι διακίνησε 200 δις δολάρια. Στα τέλη Μάρτη αναγκάστηκε σε παραίτηση η διευθύνουσα σύμβουλος της σουηδικής Σουέντμπανκ επειδή και αυτή η τράπεζα ελέγχεται ότι μαζί με τη δανέζικη Νορντέα χρησιμοποιούσαν τις θυγατρικές τους στην Εσθονία ως «πλυντήρια» ύψους 135 δις ευρώ.2

Η Εσθονία σήμερα θυμίζει σε μεγαλύτερη κλίμακα τις αποκαλύψεις για το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο πριν από έξη χρόνια. Τα χρόνια πέρασαν, οι τράπεζες διασώθηκαν αλλά τα φαινόμενα συνεχίζονται σε μεγαλύτερη κλίμακα γιγαντώνοντας και τους ανταγωνισμούς και τις ανησυχίες. Ποιος εποπτεύει το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα: το μακρύ χέρι των αμερικάνικων αρχών, οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωζώνης ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών; Ποιος θα πληρώσει το κόστος μιας νέας διάσωσης αν (ή μάλλον όταν) σκάσει η φούσκα της κερδοσκοπίας; Και τι θα σημάνει αυτό για τους σακατεμένους του προηγούμενου γύρου όπως είναι οι τράπεζες στην Ελλάδα;

Παγκόσμιες διαστάσεις

Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα χρειάζεται να σταθούμε στην έκταση που έχει πάρει η κερδοσκοπία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα που τη διευκολύνει στον σημερινό καπιταλισμό. Η μακρόσυρτη οικονομική κρίση έχει επηρεάσει το ρόλο που παίζουν οι χρηματαγορές.

Ένας χειροπιαστός τρόπος για να το δούμε αυτό είναι η εικόνα που έρχεται από τις ΗΠΑ. Εκεί, στην οικονομία που παραμένει η μεγαλύτερη σε όγκο και σημασία παγκόσμια, στην «ατμομηχανή» του παγκόσμιου καπιταλισμού, τα κέρδη των επιχειρήσεων και το φθηνό χρήμα που εξασφαλίζει η πολιτική της κεντρικής τράπεζας αντί για επενδύσεις μετατρέπονται σε επαναγορά των μετοχών στο Χρηματιστήριο. Όπως γράφει ο μαρξιστής οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς:

«Η μεγαλύτερη ώθηση για το αμερικανικό χρηματιστήριο προέρχεται από το γεγονός ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τη φτηνή χρηματοδότηση για επαναγορά των δικών τους μετοχών ανεβάζοντας την τιμή των μετοχών τους και τη «χρηματιστηριακή αξία» της εταιρείας. Το 2018 οι επαναγορές έφτασαν τα 1,18 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό διπλάσιο από αυτό που επενδύθηκε σε παραγωγικό δυναμικό (εργοστάσια, γραφεία, εξοπλισμό, λογισμικό κλπ)».3

Η απόφαση της αμερικάνικης Κεντρικής Τράπεζας, της Fed, να αναστείλει την πολιτική της αύξησης των επιτοκίων χαιρετίστηκε με μεγάλη άνοδο των μετοχών, τόσο μεγάλη όσο μεγάλη ήταν η πτώση τον περασμένο Δεκέμβρη όταν είχε ανακοινωθεί η αύξηση των επιτοκίων. Δικαιολογημένα η δημοσιογράφος Τζίλιαν Τετ σχολιάζει στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ότι «οι διευθύνοντες τις αμερικανικές επιχειρήσεις φαίνεται ότι είναι διατεθειμένοι να κάνουν σχεδόν οτιδήποτε άλλο μετά τις φορολογικές διευκολύνσεις που πήραν εκτός από το να χτίσουν νέα εργοστάσια».4 Και στηρίζει την άποψή της με στοιχεία από την έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Global Financial Stability Report.

Σύμφωνα με αυτά, τα μερίσματα και οι επαναγορές μετοχών αντιπροσώπευαν το διπλάσιο ποσοστό επί των κεφαλαίων των εταιρειών το 2018 σε σύγκριση με το 2010. Δίπλα σε αυτό πρέπει να προστεθούν τα ποσά που διατέθηκαν για εξαγορές και συγχωνεύσεις άλλων επιχειρήσεων, τα οποία εκτοξεύτηκαν από σχεδόν μηδενικά επίπεδα το 2011 σε ύψη που φτάνουν κοντά στο 50% των εκταμιεύσεων για μερίσματα και επαναγορές μετοχών. Αντίθετα, οι δαπάνες για επενδύσεις παραμένουν στα ίδια επίπεδα με το 2012.

Προκύπτει, λοιπόν, μια εικόνα τεκμηριωμένη με αδιαμφισβήτητα στοιχεία που δείχνουν ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν άφθονο ρευστό και προτιμούν να διοχετεύουν το μεγαλύτερο μέρος σε παιχνίδια στις χρηματαγορές παρά σε επενδύσεις. Επιβεβαιώνεται μια τάση για την οποία γράφαμε σε αυτό το περιοδικό σε προηγούμενα τεύχη: «Η δραστική μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα κέρδη των επιχειρήσεων διαφημίστηκε ως θετικό μέτρο για όλους γιατί θα αποτελούσε κίνητρο για την αύξηση των επενδύσεων και της απασχόλησης. Τι έγινε στην πράξη; Οι μεγαλύτεροι αποδέκτες αυτού του μποναμά ήταν τα μεγαθήρια των νέων τεχνολογιών: Apple, Alphabet, Cisco, Microsoft, Oracle συνολικά διέθεσαν 42,6 δισεκατομμύρια δολάρια για επενδύσεις αλλά ταυτόχρονα ξόδεψαν 115 δις δολάρια για επαναγορά των μετοχών τους στα χρηματιστήρια! Κερδοσκοπία-επενδύσεις 3-1».5

Είναι μια τάση που έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι υπόβαθρο της κρίσης είναι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, όπως το επισήμανε ο Μαρξ. Το πρόβλημα δεν είναι «ψυχολογικό», δεν βρίσκεται στην αδιαμφισβήτητη απληστία των καπιταλιστών, αλλά στην αδυναμία να βρει αυτή η απληστία διέξοδο σε νέες επενδύσεις καθώς οι προσδοκώμενες αποδόσεις δεν βρίσκονται στο ύψος των απαιτήσεων του κεφάλαιου. Από εκεί προκύπτει το ζήτημα τι κάνουν οι καπιταλιστές τα διαθέσιμα κεφάλαιά τους μέχρι να ανοίξει ένας επόμενος κύκλος ικανοποιητικών γι’ αυτούς κερδοφόρων παραγωγικών επενδύσεων.

Ιστορικά, η απάντηση σε αυτό το ζήτημα ήταν οι τραπεζικές καταθέσεις. Κανένας καπιταλιστής δεν κρατούσε τα αναξιοποίητα ρευστά αποθεματικά του κάτω από το στρώμα του κρεβατιού του. Στις τράπεζες έβρισκε μια απόδοση σε τόκους περιμένοντας την επόμενη επενδυτική ευκαιρία. Και από τις τράπεζες και αργότερα από τα χρηματιστήρια αντλούσε τα επιπλέον κεφάλαια που ήταν αναγκαία για να επεκτείνει τις δραστηριότητές του με νέες επενδύσεις. Η κερδοσκοπία ποτέ δεν έλλειπε από αυτή την εικόνα, με αυξημένες αγορές πρώτων υλών, παραδείγματος χάρη, όταν προβλεπόταν μια άνοδος της τιμής τους και άλλες παρόμοιες κινήσεις. Αλλά αυτά τα φαινόμενα δεν είχαν τις σημερινές διαστάσεις.

Η επέκταση του τραπεζικού συστήματος και η άντληση κεφαλαίων μέσα από την διάθεση μετοχών στα χρηματιστήρια πήραν μεγάλες διαστάσεις στις αρχές του εικοστού αιώνα με την ανάδυση του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Οι μελέτες του Χίλφερντινγκ6 βοήθησαν τους μαρξιστές να κατανοήσουν τις οικονομικές εξελίξεις, αν και ο ίδιος οδηγήθηκε πολιτικά προς τις αναθεωρητικές απόψεις του Μπέρνσταϊν που είδε σε αυτές τις αλλαγές το ξεπέρασμα των κρίσεων του καπιταλισμού. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν αυτή που επισήμανε ότι ο νέος τότε ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν διπλός: διευκόλυνε την ευελιξία του συστήματος, αλλά ταυτόχρονα έκανε τις κρίσεις να παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις όταν ξεσπούσαν.7

Ο Άλεξ Καλλίνικος στηρίζεται σε μια πολύ δυνατή παράδοση όταν γράφει για το σήμερα ότι «η παγκόσμια οικονομική και χρηματοοικονομική κρίση του 2007-8 αποτελεί μια πολύ συγκεκριμένη μορφή αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην πτωτική τάση του κέρδους και τον χρηματοοικονομικό κύκλο που βρίσκεται στην καρδιά της ώριμης ανάλυσης του Μαρξ για τις κρίσεις».8

Ανταγωνισμοί

Μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μακρόχρονη καπιταλιστική άνθιση που ακολούθησε, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα κυριαρχήθηκε από το δολάριο. Μια κυριαρχία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αν και οι απόπειρες να αμφισβητηθεί αρχίζουν ήδη από την επιστροφή των κρίσεων τη δεκαετία του 1970 και παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις στον 21ο αιώνα. Το γερμανικό Μάρκο και το ιαπωνικό Γεν στη δεκαετία του 1980, το Ευρώ και το κινέζικο νόμισμα σήμερα αναδεικνύονται σαν ανταγωνιστές στην κυριαρχία του δολάριου.

Η Αριστερά έκανε προσπάθειες να κατανοήσει τη σημασία αυτών των αλλαγών από μαρξιστική σκοπιά. Ο Ρικάρντο Παρμπόνι στην Ιταλία9 και η Σουζάν ντε Μπρουνόφ στη Γαλλία,10 στις χώρες με τα πιο μαζικά αριστερά ακροατήρια, προχώρησαν σε αναλύσεις για την τροπή που παίρνουν οι ανταγωνισμοί με την άνοδο του ρόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Ωστόσο, η καλύτερη ανάλυση έρχεται από τον Κρις Χάρμαν μέσα από μια σειρά μελέτες που καταλήγουν στο τελευταίο βιβλίο που έγραψε πριν πεθάνει το 2009. Εκεί παρατηρεί ότι: «Η κρίση [του 2007-8] ξέσπασε μετά από ένα τέταρτο του αιώνα κατά το οποίο ο χρηματοπιστωτικός τομέας μεγεθύνθηκε σε τόσο τεράστια κλίμακα, ώστε να διαδραματίζει ένα ρόλο που δεν είχε ποτέ στο παρελθόν. (…) η αναλογία των κερδών των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων προς τα κέρδη των μη-χρηματοπιστωτικών είχε αυξηθεί από το 6% στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και του 60 σε περίπου 26% το 2001. (…) Το χρέος των νοικοκυριών στις ΗΠΑ έφτανε το 127% των συνολικών ατομικών εισοδημάτων το 2006 ενώ το 1952 αυτό το ποσοστό ήταν μόλις 36%. (…) Όλα τα παραπάνω συνοδεύτηκαν από μια μεγάλη αύξηση της συχνότητας των χρηματοπιστωτικών κρίσεων. (…) Στην πραγματικότητα ο χρηματοπιστωτικός τομέας λειτουργούσε σαν ένα ναρκωτικό για το σύστημα: φαινομενικά του έδινε μεγάλη ενέργεια και μια αίσθηση ευφορίας, μετά ακολουθούσε ένας σύντομος πονοκέφαλος που τον διαδεχόταν μια ακόμη δόση ναρκωτικού, μέχρι που ξαφνικά το σύστημα ανακάλυψε ότι ο μεταβολισμός του είναι δηλητηριασμένος».11

Δέκα χρόνια αργότερα, η κρίση έχει πάρει έναν μακρόσυρτο χαρακτήρα με αδυναμία ανάκαμψης των επενδύσεων και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις συνεχείς ενέσεις φθηνού χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες προς το τραπεζικό σύστημα και τις επιχειρήσεις. Σήμερα το χρέος των επιχειρήσεων βρίσκεται διεθνώς σε υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με το 2007.12

Η μια συνέπεια αυτής της τροπής είναι η αυξημένη πιθανότητα υποτροπής της κρίσης με το σκάσιμο αυτής της «φούσκας». Θα ξανάρθουμε σε αυτό παρακάτω. Η δεύτερη συνέπεια είναι η όξυνση των ανταγωνισμών για τον έλεγχο των κλειδιών του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Όλα τα κράτη επιδίδονται σε έναν αγώνα δρόμου για την ανάδειξη επιχειρήσεων-«εθνικών πρωταθλητών» οι οποίες να είναι σε θέση να πρωταγωνιστούν στην παγκόσμια αγορά. Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την προσπάθεια κατέχει η ανάδειξη «εθνικών πρωταθλητών» στον τραπεζικό τομέα. Δεν είναι τυχαία η εμμονή της γερμανικής κυβέρνησης σε αυτό το ζήτημα.

Οι αμερικανικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν ένα τεράστιο πλεονέκτημα από το γεγονός ότι μπορούν να αξιοποιούν τα ρευστά διαθέσιμά τους στην μεγαλύτερη και ισχυρότερη χρηματαγορά του κόσμου. Μια χρηματαγορά που κάνει συναλλαγές σε δολάρια, ένα διεθνές νόμισμα στο οποίο είναι αναγκασμένα να διατηρούν αποθεματικά όλα τα κράτη και πολλές από τις επιχειρήσεις τους. Μια χρηματαγορά που περιλαμβάνει την μεγαλύτερη, πιο ασφαλή και πιο εύκολα μετατρέψιμη αγορά ομολόγων στην οποία μπαινοβγαίνουν οι επιχειρήσεις στο ενδιάμεσο ανάμεσα στις άλλες εξορμήσεις τους. Και βέβαια μια χρηματαγορά όπου τα όρια ανάμεσα στις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα και στις άλλες γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα καθώς μεγάλο μέρος από τα κέρδη κολοσσών όπως η Apple, η Microsoft, η General Motors προέρχονται πλέον από τις δραστηριότητές τους στις χρηματαγορές.

Σε αυτόν τον «παράδεισο» για τους μεγαλύτερους σύγχρονους καπιταλιστές φιλοδοξούν να βρεθούν οι ανταγωνιστές των αμερικάνικων πολυεθνικών με κάθε τρόπο. Είτε προσπαθώντας με τη στήριξη του δικού τους κράτους να φτιάξουν έναν αντίστοιχο «παράδεισο» που λειτουργεί με το δικό του νόμισμα και τα δικά του χρηματιστηριακά και τραπεζικά κέντρα. Είτε ελπίζοντας να τρυπώσουν μέσα στον ήδη υπαρκτό.

Η Κίνα είναι μια ανερχόμενη υπερδύναμη που θέλει να κάνει το νόμισμα της νόμισμα διεθνών συναλλαγών (π.χ. να πληρώνει για το πετρέλαιο που εισάγει σε ρενμίνμπι- «το νόμισμα του λαού»- και όχι σε δολάρια) και να δημιουργήσει μια ζώνη γύρω από αυτό (π.χ. με πρωτοβουλίες όπως ο σύγχρονος «Δρόμος του μεταξιού»). Και οι προσπάθειες αυτές εντείνονται καθώς ο Τραμπ προωθεί πολιτικές αποκλεισμού των κινέζικων «πρωταθλητών» όπως η Huawei από τις αγορές της Δύσης.

Οι «ολιγάρχες» της Ρωσίας, από τη δική τους μεριά, διακρίνονται για τις επιδόσεις τους στην αξιοποίηση των δυτικών χρηματαγορών. Δικός τους είναι ο πακτωλός δισεκατομμυρίων που πρωταγωνιστεί στα «σκάνδαλα» γερμανικών, δανέζικων και σουηδικών τραπεζών με επίκεντρο την Εσθονία. Μερίδιο σε αυτές τις ροές έλπιζαν να κερδίσουν και οι τράπεζες της Κύπρου, αλλά έκαψαν τα δάχτυλά τους στην προηγούμενη έξαρση της κρίσης.

Το ευρώ

Η μεγαλύτερη οικονομική πρόκληση, όμως, για την ηγεμονία των αμερικάνικων χρηματαγορών προέρχεται από τους ευρωπαίους συμμάχους και εταίρους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Όχι μόνο επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκεντρώνει τους παραδοσιακούς ιμπεριαλισμούς που ήταν προκάτοχοι των ΗΠΑ στην παγκόσμια ηγεμονία, αλλά και επειδή το ευρώ είναι το μόνο νόμισμα που διαθέτει ήδη διεθνή εμβέλεια ικανή να ανταγωνίζεται το δολάριο.

Η πρώτη πανευρωπαϊκή τραπεζική αγορά αναδύθηκε στη δεκαετία του 1970 με τη βοήθεια των …πετροδολαρίων. Αυτό ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού εξελίξεων. Ο πρώτος παράγοντας ήταν η ανεξέλεγκτη δράση των αμερικανικών τραπεζών στις χώρες της ΕΟΚ. Όπως γράφει η Μαρία Στύλλου:

«Οι αμερικάνικες τράπεζες στην Ευρώπη δεν είχαν κανέναν από τους περιορισμούς (που ίσχυαν στις ΗΠΑ από την εποχή της δεκαετίας του 1930). Βρέθηκαν με καταθέσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων τα οποία μπορούσαν να διαθέσουν όπως και όσο ήθελαν. Γύρω στο 1969 κυκλοφορούσαν στην ευρωπαϊκή αγορά 12,1 δισεκατομμύρια δολάρια που προέρχονταν από το έλλειμμα του αμερικανικού ισοζυγίου πληρωμών. Αυτό ήταν η αρχή για την αγορά ευρωδολαρίων. Στο τέλος του 1978, δηλαδή μέσα σε δέκα σχεδόν χρόνια η ευρωαγορά έφτασε τα 900 δισεκατομμύρια δολάρια από τα οποία τα 2/3 ήταν σε δολάρια και το 1/3 σε άλλα νομίσματα (γερμανικό μάρκο, γιαπωνέζικο γιεν, αγγλική λίρα)».13

Αυτή τη διεθνοποιημένη τραπεζική αγορά αποφάσισαν να συγκροτήσουν για τις δικές τους ανάγκες οι άρχουσες τάξεις της τότε ΕΟΚ με επικεφαλής τον γαλλογερμανικό άξονα, βάζοντας πλώρη για το πέρασμα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή από την ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων στα πλαίσια μιας κοινής αγοράς στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και στην πορεία για κοινό νόμισμα. Στη δεκαετία του 1980 για πρώτη φορά οι συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων σε επίπεδο ΕΟΚ ξεπέρασαν τις αντίστοιχες κινήσεις σε εθνικό επίπεδο. Ανατρέχοντας και πάλι στη Μαρία Στύλλου:

«Στη διετία 1982-84 υπήρχαν μόνο 67 εξαγορές και συγχωνεύσεις σε επίπεδο ΕΟΚ. Το 1987-88 έφτασαν στα ίδια νούμερα με τις εξαγορές και συγχωνεύσεις μεταξύ ευρωπαϊκών και ξένων (κύρια αμερικάνικων και γιαπωνέζικων) επιχειρήσεων. Στην τελευταία διετία της δεκαετίας του 80 οι συγχωνεύσεις ανάμεσα σε ΕΟΚικές επιχειρήσεις πέρασαν στην πρώτη θέση».14

Οι ευρωπαίοι καπιταλιστές είχαν ανάγκη πλέον από ένα μεγαλύτερο «γήπεδο» και το συγκρότησαν εκτοπίζοντας το δολάριο σε πανευρωπαϊκή κλίμακα μετά και την κατάρρευση της Κομεκόν και των καθεστώτων στην ανατολική Ευρώπη. Αυτή η γιγαντιαία καπιταλιστική εξόρμηση που κορυφώθηκε με τη δημιουργία του Ευρώ και την κυριαρχία του στην Ευρωζώνη, αγκαλιάστηκε ένθερμα από τους καπιταλιστές της ευρωπαϊκής «περιφέρειας». Η Ιρλανδία έγινε «Κέλτικη τίγρη» εκείνα τα χρόνια πριν από την κρίση του 2008. Ο ελληνικός καπιταλισμός βρήκε την ευκαιρία να ξελασπώσει από την προηγούμενη υπερχρέωση της δεκαετίας του 1980 και να φιλοδοξεί ότι θα κάνει την Αθήνα και τον Πειραιά ένα τραπεζικό και εφοπλιστικό «Σίτι» των Βαλκανίων, έναν χρηματοπιστωτικό «παράδεισο» στα πρότυπα του Λονδίνου.

Το ελληνικό δημόσιο ήταν υπερχρεωμένο σε δολάρια στη δεκαετία του 1980 έχοντας φορτωθεί το κόστος της διάσωσης των τραπεζών και των «προβληματικών» (όπως ονομάζονταν τότε) επιχειρήσεων, των οποίων οι ιδιοκτήτες είχαν ροκανίσει τα «θαλασσοδάνεια». Τα τοκοχρεολύσια αυξάνονταν με εκρηκτικούς ρυθμούς καθώς η αμερικανική κεντρική τράπεζα ανέβαζε τα επιτόκια από το 1% το 1979 στο 9% το 1985.15

Η διέξοδος ήρθε στα πλαίσια της εξόρμησης προς την ΕΕ και την Ευρωζώνη με την αναδιάρθρωση του χρέους και το πέρασμα από το δολάριο στο ευρώ με τη στήριξη των ευρωπαϊκών τραπεζών. Οι ευρωπαϊκές χρηματαγορές διεύρυναν το γήπεδό τους κερδίζοντας έδαφος απέναντι στον αμερικάνικο ανταγωνισμό και οι έλληνες τραπεζίτες μπήκαν ξανά στο παιχνίδι διεκδικώντας τα Βαλκάνια σαν δικό τους γήπεδο. Το μερίδιο των ελληνικών τραπεζών στη Βαλκανική τραπεζική αγορά έφτασε στο ύψος του 20% λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση του 2008.16 Ο ελληνικός καπιταλισμός έμοιαζε να βρίσκεται στα πρόθυρα της εκπλήρωσης των φιλοδοξιών του Στέφανου Μάνου, του υπουργού της Νέας Δημοκρατίας που δήλωνε ότι στην τραπεζική αγορά της περιοχής το διατραπεζικό επιτόκιο της Αθήνας θα παίζει τον ίδιο ρόλο όπως του Λονδίνου- Athibor όπως Libor.

Κρίση διαρκείας

Αποδείχθηκε ότι οι επιτυχίες εκείνες είχαν πήλινα πόδια. Η κρίση μετά το 2008 τσάκισε τις τράπεζες στην Ελλάδα και έκανε τους ευρωπαίους τραπεζίτες να αγωνιούν για την τύχη των δικών τους τραπεζών και του ίδιου του ευρώ. Είμαστε πλέον σε μια εποχή όπου ο ίδιος ο θεσμός του Libor βρίσκεται υπό κατάργηση, αφού αποδείχθηκε ότι στην αιχμή της κρίσης οι τραπεζίτες του Λονδίνου «έστηναν» τα επιτόκια για να καλύψουν τις απώλειές τους. Τους επιβλήθηκαν πρόστιμα ύψους 10 δις δολαρίων και βρίσκεται σε εξέλιξη απόφαση για τον ορισμό άλλης διαδικασίας μετά το 2021. Το ποιοι τραπεζίτες θα έχουν στο μέλλον τη δυνατότητα να καθορίζουν το κόστος δανεισμού για εκατομμύρια περιπτώσεις, από απλά στεγαστικά μέχρι τα πιο περίπλοκα «παράγωγα» σε διεθνές επίπεδο είναι αντικείμενο διαπάλης.17

Αλλά αυτή είναι μόνο μια από τις αβεβαιότητες που υπάρχουν στον θαυμαστό κόσμο των χρηματαγορών και του σύγχρονου καπιταλισμού που στηρίζεται τόσο σε αυτές. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν χάσει έδαφος απέναντι στους αμερικανούς ανταγωνιστές τους. Η κρίση στην Ευρωζώνη κράτησε περισσότερο από την αντίστοιχη στις αμερικανικές τράπεζες και οι ανταγωνισμοί έχουν γίνει πιο σκληροί. Οι αμερικανικές εποπτικές αρχές έχουν επιβάλει θηριώδη πρόστιμα για «παραβίαση κανονισμών» σε ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν διεισδύσει στην αμερικανική αγορά. Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στο εσωτερικό της Ευρωζώνης ανοίγουν ρωγμές για τους επόμενους χειρισμούς.

Ένα τμήμα των ανταγωνισμών περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα ποιο χρηματιστηριακό κέντρο θα πάρει τμήμα της αγοράς αν το Σίτι του Λονδίνου υποχωρήσει λόγω Brexit. Πού θα εγκαταστήσουν τα ευρωπαϊκά στρατηγεία τους μεγάλες τράπεζες που θα φύγουν από το Λονδίνο; Στο Παρίσι, στη Φρανκφούρτη, στο Μιλάνο ή μήπως στη Νέα Υόρκη; Αλλά πιο σημαντικό είναι το ζήτημα των εποπτικών αρχών και της ευθύνης για διασώσεις τραπεζών στη ζώνη του Ευρώ. Θεωρητικά η απάντηση είναι οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας.

Ωστόσο, η κυβέρνηση και οι τραπεζίτες στο Βερολίνο δεν είναι πρόθυμοι ούτε να δουν γερμανικές τράπεζες να διασώζονται από μηχανισμούς έξω από τον άμεσο έλεγχό τους, ούτε να επωμιστούν το κόστος σε περίπτωση διάσωσης ιταλικών τραπεζών από μηχανισμούς της Ευρωζώνης. Σε κάθε συζήτηση για «εμβάθυνση της ολοκλήρωσης» της ΕΕ ανοίγουν διαφωνίες. Όχι μόνο για το ενδεχόμενο μιας Ευρώπης «πολλών ταχυτήτων» ανάμεσα στο κέντρο της και την περιφέρειά της, αλλά μέσα στον ίδιο τον σκληρό πυρήνα του κέντρου της. Διαφωνίες υπάρχουν και για τον χειρισμό των κινεζικών πρωτοβουλιών. Η Ιταλία έκανε άνοιγμα προς το Πεκίνο για το θέμα του νέου «Δρόμου του Μεταξιού» και αυτό προκάλεσε ανησυχίες στις Βρυξέλλες.

Η απειλή επιστροφής μιας τραπεζικής κρίσης μέσα στην ίδια την ευρωζώνη είναι κάτι παραπάνω από ορατή. Σύμφωνα με τον Βόλφγκανγκ Μύνχαου των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς «χωρίς τα έκτακτα μέτρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Ευρωζώνη μπορεί να μην είχε επιβιώσει από την προηγούμενη κρίση χρέους των κρατών-μελών της. Με το βραχυπρόθεσμο επιτόκιο στο μείον 0,4% τα περιθώρια χειρισμών της ΕΚΤ είναι μικρότερα σήμερα. Όπως διαπιστώνει η τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, ο φαύλος κύκλος ανάμεσα στις τράπεζες και το δημόσιο χρέος των χωρών-μελών συνεχίζεται. Η επιστροφή της κρίσης δεν είναι μακρινή απειλή. Οι πιθανότητες για μια αναγκαστική αναδιάρθρωση του ιταλικού δημόσιου χρέους αυξάνονται. (…) Έρχονται δύσκολα χρόνια για την ΕΕ».18

O Μάικλ Ρόμπερτς θέτει το ζήτημα πιο σκληρά: «Τα χρηματιστήρια μπορεί να ανθούν στη Βόρεια Αμερική αλλά η οικονομική ευημερία σε πολλά μέρη του κόσμου εξαφανίζεται όπως το νερό στην έρημο. Και σε ορισμένα μέρη πλησιάζει γρήγορα μια αμμοθύελλα».19 Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα συνεχίζει αμέριμνα να πανηγυρίζει για τη μείωση των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων στις διεθνείς χρηματαγορές σαν ένδειξη ότι «πάμε καλά». Καμιά συναίσθηση ότι ακόμη και με τους καπιταλιστικούς όρους που έχει πλέον αποδεχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύουν να ζητούν να πίνουν νερό υπό εξαφάνιση. Και οι ντόπιοι τραπεζίτες συνεχίζουν απτόητοι να αντιγράφουν τις πρακτικές των διεθνών εταίρων τους.

Η ποινική δίωξη σε βάρος του διευθυντή της Επιθεώρησης Εποπτευομένων Εταιρειών της Τράπεζας της Ελλάδος έφερε στην επιφάνεια το γεγονός ότι οι τράπεζες δίνουν σε στελέχη τους «μετοχοδάνεια», δηλαδή όπως γράφει η εφημερίδα των Συντακτών «ποσά που χορηγήθηκαν για αγορά μετοχών με εγγυήσεις την ίδια τη μεταβαλλόμενη αξία των εν λόγω τίτλων».20 Αν έχεις πάρει δάνειο για να αγοράσεις διαμέρισμα και δεν μπορείς να πληρώνεις τις δόσεις του στεγαστικού, τότε χάνεις το σπίτι σου για να προστατευτεί η τράπεζα από τα «κόκκινα δάνεια». Αλλά αν είσαι στέλεχος της τράπεζας μπορείς να πάρεις 800.000 ευρώ «δανεικά» για να αγοράσεις μετοχές της τράπεζας!

Ποτέ δεν ήταν πιο επείγον να χτίσουμε τη δύναμη του εργατικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που μπορούν να βάλουν χέρι σε αυτό το παρανοϊκό καζίνο. Η σύγκρουση με τις «εποπτικές αρχές» του ευρώ και η επιβολή δημόσιου εργατικού έλεγχου στις τράπεζες βρίσκεται στην καρδιά της εναλλακτικής λύσης για να ξεφύγουμε από το φαύλο κύκλο μνημονιακής-μεταμνημονιακής περιόδου.   

 

Σημειώσεις

1. Deutsche and Commerzbank left with uncertain future after merger talks fail, Financial Times, 26 April 2019.

2. Swedbank 135 bn euro dirty money scandal widens with US probes, Financial Times, 28 March 2019.

3. Boom and then bust? Michael Roberts blog

4. Corporate America is failing to invest, Financial Times, 12 April 2019.

5. Πάνος Γκαργκάνας, Εκρηκτικός συνδυασμός, Σοσιαλισμός από τα κάτω 132, Γενάρης-Φλεβάρης 2019,

6. Rudolf Hilferding, Il capitale finanziario, Feltrinelli editore, Milano 1961. Μετάφραση από τα γερμανικά με εισαγωγή του Giulio Pietranera “Il pensiero economico di Hilferding e il dramma della socialdemocrazia tedesca”.

7. Rosa Luxemburg, Social reform or revolution, Merlin press, London. “Credit eliminates the remaining rigidity of capitalist relationships. It introduces everywhere the greatest elasticity possible. … Doing this it facilitates and aggravates crises”.

8. Άλεξ Καλλίνικος, Η αποκρυπτογράφηση του Κεφάλαιου, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2016, σελ. 471-2.

9. Riccardo Parboni, The dollar and its rivals, Verso, London 1981

10. Suzanne de Brunhoff, L’ offre de monnaie, Maspero, Paris, 1971. Collection Economie et socialisme, sous la direction de Charles Bettelheim avec la collaboration de Jacques Charriere.

11. Chris Harman, Zombie capitalism, Bookmarks, London 2009. Ελληνική έκδοση από το Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2011, σελ 369-72.

12. Private equity firms’ use of pro forma figures stretches viability of deals they make, Financial Times “Market insight”, 17 April 2019.

13. Μαρία Στύλλου, Η κρίση των τραπεζών και η Λατινική Αμερική, στο συλλογικό «Ο ελληνικός καπιταλισμός, η παγκόσμια οικονομία και η κρίση», Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, β΄ έκδοση, Αθήνα 2013, σελ.144. Είχε δημοσιευτεί αρχικά στο περιοδικό Η Μαμή Νο4,

14. Μαρία Στύλλου, Η ΕΟΚ μετά το Μάαστριχτ, περιοδικό Σοσιαλισμός από τα κάτω Νο 1, Ιούνης-Ιούλης 1992.

15. Πάνος Γκαργκάνας, Το Ευρώ, η δραχμή και η Αριστερά, στο συλλογικό «Ο ελληνικός καπιταλισμός, η παγκόσμια οικονομία και η κρίση», σελ.60-61. Είχε δημοσιευτεί αρχικά στο περιοδικό Σοσιαλισμός από τα κάτω Νο 93, Ιούλης-Αύγουστος 2012,

16. Κώστας Σαρρής, Βαλκάνια- το Ελντοράντο των ελληνικών τραπεζών, στο συλλογικό «Ο ελληνικός καπιταλισμός, η παγκόσμια οικονομία και η κρίση», σελ.268. Είχε δημοσιευτεί αρχικά στο περιοδικό Σοσιαλισμός από τα κάτω Νο 67, Μάρτης-Απρίλης 2008. http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=667

17. A shift away from Libor could threaten stability, Financial Times, 22 March 2019.

18. The end of the Franco-German love-in, Financial Times 15 April 2019.

19. Michael Roberts blog, όπου και πιο πάνω.

20. «Η εισαγγελία διερευνά άλλες εβδομήντα υποθέσεις με χορηγήσεις από συγκεκριμένη τράπεζα σε στελέχη της», Εφημερίδα των Συντακτών, 28 Μαρτίου 2019.