Άρθρο
Σοσιαλισμός - Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας

Πανεργατική απεργία 1 Οκτώβρη

Η αναζήτηση για μια άλλη στρατηγική για να αλλάξουμε την κοινωνία απλώνεται σε μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης και της νεολαίας.
Η Μαρία Στύλλου παρουσιάζει τις επιλογές που έχει μπροστά της η Αριστερά.

 

Μπορεί η εργατική τάξη να αλλάξει την κοινωνία; Να ένα ερώτημα που βασανίζει την Αριστερά, καθώς η κυρίαρχη άποψη είναι ότι κάτι τέτοιο δεν είναι ρεαλιστικό. Η κυρίαρχη τάξη, οι καπιταλιστές, το κράτος και οι πολιτικοί διαχειριστές του παρουσιάζονται ως οι πραγματικοί πρωταγωνιστές που καθορίζουν τις εξελίξεις. Με αυτή την οπτική γράφεται η ιστορία σαν μια αλληλουχία πρωτοβουλιών «μεγάλων ανδρών» (και σπάνια γυναικών). Με την ίδια οπτική παρουσιάζονται και οι καθημερινές εξελίξεις. Ο Μητσοτάκης είναι «κυρίαρχος του παιχνιδιού», ο Σαμαράς και ο Καραμανλής είναι «αγκάθια στα πλευρά του», ο Δένδιας προβάλλει ως «επίδοξος διάδοχος» και έξω από το χώρο της Δεξιάς όλα κρέμονται από την «επόμενη κίνηση του Αλέξη Τσίπρα».

Κάτω από αυτή την οπτική, το «ρεαλιστικό» ζητούμενο για την Αριστερά είναι να γίνει «κυβερνώσα» μέσα από τους υπαρκτούς θεσμούς της σημερινής κοινωνίας. Ο κοινοβουλευτικός δρόμος, η εκλογική νίκη και ο έλεγχος της Βουλής μπορούν να οδηγήσουν σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα βάλει μπροστά να δώσει «ανθρώπινο πρόσωπο» στον καπιταλισμό μέσα από μια διαχείριση με «ταξικό πρόσημο».

Αυτή είναι μια συλλογιστική με μεγάλη παράδοση. Ακόμα και όταν η Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία έδειχνε ότι υπάρχει άλλος δρόμος, οι ρεφορμιστικές ηγεσίες επέμεναν στην ανωτερότητα του κοινοβουλευτικού δρόμου. Στην Ιταλία για παράδειγμα, η ηγεσία του Σοσιαλιστικού κόμματος έλεγε ότι τα Σοβιέτ απέναντι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία μοιάζουν με τους βάρβαρους που πολιορκούσαν την αρχαία Ρώμη. Απολίτιστες ορδές μπροστά στον ανώτερο πολιτισμό που γνώρισε η αρχαιότητα.

Σήμερα, είναι πολύ δύσκολο οι ρεφορμιστικές ηγεσίες να μιλήσουν για «ανωτερότητα» του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος και στην Ελλάδα και σε διεθνές επίπεδο. Μιλούν, όμως, για δύσκολους συσχετισμούς, για την ανάγκη για υπομονή και προσαρμογή μέχρι να συγκροτηθεί μια εκλογική εναλλακτική. «Δώστε άλλη μια ευκαιρία στην κυβερνώσα αριστερά και θα τα καταφέρουμε καλύτερα από την προηγούμενη φορά» είναι ένα μοτίβο που επιμένει ότι η ελπίδα βρίσκεται ξανά στην αλλαγή από τα πάνω.

Σε αντίθεση με αυτούς τους ισχυρισμούς βρίσκονται τόσο οι πραγματικές εξελίξεις ενός συστήματος σε βαθιά κρίση, όσο και οι εμπειρίες του κόσμου που παλεύει εδώ και χρόνια ενάντια στις επιθέσεις που φέρνει η μακρόσυρτη κρίση του. 

Ζούμε σε συνθήκες όπου η βαρβαρότητα του πολέμου είναι καθημερινή στην Ουκρανία και η ΕΕ ετοιμάζεται για τη γενίκευσή της, ενώ το Ισραήλ δίνει διαστάσεις γενοκτονίας στην κατοχή της Παλαιστίνης. Η κλιματική αλλαγή φέρνει εφιαλτικές καταστροφές με πυρκαγιές που σβήνουν μόνο όταν φτάσουν στη θάλασσα και με πλημμύρες που προκαλούν εκατόμβες νεκρών. Ο αριθμός των γυναικοκτονιών ξεπερνάει κάθε ρεκόρ, ο ρατσισμός γίνεται επίσημη κυβερνητική πολιτική και η άνοδος της ακροδεξιάς φέρνει τη φασιστική απειλή στην ημερήσια διάταξη σε πολλές χώρες. Όσο για την οικονομία, η όποια αργή ανάκαμψη μεταφράζεται σε μεγαλύτερες ανισότητες ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς.

Αυτές είναι οι συνθήκες που τροφοδοτούν τη μαζική οργή των από κάτω σε όλο και περισσότερες χώρες και διαψεύδουν την κυβερνητική προπαγάνδα περί «σταθερότητας». Δίπλα στην οργή, ωστόσο, λειτουργεί και άλλος ένας παράγοντας. Είναι οι εμπειρίες από τις αποτυχίες των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ παλιότερα και του ΣΥΡΙΖΑ πιο πρόσφατα. Η αναζήτηση για μια άλλη στρατηγική για να αλλάξουμε την κοινωνία απλώνεται σε μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης και της νεολαίας που δίνει καθημερινές μάχες.

Η στρατηγική του Λένιν

Πόσο επίκαιρη μπορεί να είναι μια επαναστατική στρατηγική; Οι αναλύσεις του Λένιν μας βοηθούν να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα.

«Για έναν μαρξιστή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι αδύνατο να γίνει χωρίς επαναστατική κατάσταση, μα κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί σε επανάσταση. Ποια είναι τα γνωρίσματα μιας επαναστατικής κατάστασης; Ασφαλώς δεν θα πέσουμε έξω αν υποδείξουμε τρία βασικά γνωρίσματα, τα παρακάτω: 1) Η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν σε αναλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους. Η μια είτε η άλλη κρίση των ‘κορυφών’, η κρίση της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης που δημιουργεί ρωγμή απ’ όπου εισχωρεί η δυσαρέσκεια  και ο αναβρασμός των καταπιεζόμενων τάξεων. Συνήθως, για να ξεσπάσει η επανάσταση δεν είναι αρκετό «τα κάτω στρώματα να μην θέλουν», μα χρειάζεται ακόμη και «οι κορυφές να μην μπορούν» να ζήσουν όπως παλιά. 2) Επιδείνωση μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών που σε ‘ειρηνική’ εποχή αφήνουν να τις ληστεύουν ήσυχα, ενώ σε καιρούς θύελλας τραβιούνται τόσο απ’ όλες τις συνθήκες της κρίσης όσο και από τις ίδιες τις ‘κορυφές’ σε αυτοτελή ιστορική δράση.

Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές, που δεν εξαρτώνται ούτε από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά ούτε και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων, η επανάσταση κατά γενικό κανόνα δεν μπορεί να γίνει. Το σύνολο αυτών των αντικειμενικών αλλαγών είναι εκείνο που ονομάζεται επαναστατική κατάσταση. Τέτοια κατάσταση υπήρχε το 1905 στη Ρωσία και σε όλες τις εποχές των επαναστάσεων στη Δύση. (…) Κάθε επαναστατική κατάσταση δεν γεννά επανάσταση, αλλά μόνο μια κατάσταση όπου οι αντικειμενικές αλλαγές συνενώνονται με τις υποκειμενικές αλλαγές και συγκεκριμένα με την ικανότητα της επαναστατικής τάξης να αναλάβει δράση αρκετά ισχυρή ώστε να τσακίσει την παλιά κυβέρνηση που ποτέ, ακόμα και σε εποχή κρίσεων δεν πέφτει αν δεν την ρίξουν».1

Ο Λένιν έγραφε αυτές τις ιδέες την άνοιξη του 2015 και βέβαια αυτά που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν την αξία των θέσεών του. Ο ιστορικός Έρικ Χόμπσμπομ με το κλασικό βιβλίο του «Ο αιώνας των άκρων» συγκεντρώνει την ιστορία του «σύντομου 20ου αιώνα». Ιστορία πολέμων, κρίσεων και επαναστάσεων. 

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία του 1917 ένα κύμα επαναστάσεων απλώθηκε σε διεθνή κλίμακα. Το 1918 στη Γερμανία η επανάσταση σημάδεψε το τέλος του Α΄ΠΠ. Ακολούθησε η «Κόκκινη Διετία» στην Ιταλία και η επανάσταση που συγκλόνισε την Καντόνα και τη Σαγκάη στην Κίνα. Η δεκαετία του 1930 σημαδεύτηκε από την οικονομική κρίση της «Μεγάλης Ύφεσης» και την άνοδο του φασισμού, αλλά και από τις μαζικές εκρήξεις με το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία και τον εμφύλιο στην Ισπανία. Ο Β΄ΠΠ έφερε στα πρόθυρα της εξουσίας τα κινήματα της Αντίστασης που θυσιάστηκαν σε «Βάρκιζες» σε πολλές χώρες. Ακολούθησαν τα κινήματα κατά της αποικιοκρατίας και η ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο Βιετνάμ με το αντιπολεμικό κίνημα να πυροδοτεί το κύμα του Μάη 68. Κατάρρευση των δικτατοριών σε Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία στη δεκαετία του 1970 που κλείνει με την επανάσταση στο Ιράν το 1979. Ο κύκλος εκείνος κλείνει με την κατάρρευση των καθεστώτων του «Υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989 και της ΕΣΣΔ το 1991. 

Ο Χόμπσμπομ κλείνει την εισαγωγή στο βιβλίο του με τα εξής λόγια:

«Αυτή είναι η κατάσταση με την οποία ένα τμήμα της ανθρωπότητας έχει να αναμετρηθεί ήδη στα τέλη του αιώνα, και ακόμη περισσότερο μέσα στη νέα χιλιετία. Ωστόσο, μέχρι τότε ίσως θα είναι πιο καθαρό προς τα πού βαδίζει η ανθρωπότητα απ΄ ό,τι είναι τώρα. Μπορούμε να ανατρέξουμε στην πορεία που μας έφερε ως εδώ και αυτό είναι που προσπάθησα να κάνω σε αυτό το βιβλίο. Δεν ξέρουμε τι θα καθορίσει το μέλλον, παρόλο που δεν αρνήθηκα τον πειρασμό να σταθώ σε κάποια από τα προβλήματα, στο βαθμό που αναδεικνύονται μέσα από τα ερείπια της περιόδου που μόλις έχει λήξει. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι ένας κόσμος καλύτερος, πιο δίκαιος και πιο βιώσιμος. Ο παλιός αιώνας δεν τελείωσε καλά».2

Τα πρώτα 25 χρόνια του νέου αιώνα

Το σύνθημα «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» σημαδεύει το άνοιγμα του 21ου αιώνα. Η αφετηρία ήταν το Σιάτλ στο τέλος του 1999. Ένα τεράστιο συλλαλητήριο διαλύει τη Σύνοδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Νεολαία, συνδικάτα και περιβαλλοντικά κινήματα ενώνονται, νικούν και πυροδοτούν ένα μεγάλο διεθνές κίνημα ενάντια στην Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Τον Σεπτέμβρη του 2000 στην Πράγα, η Σύνοδος ΔΝΤ-ΠΤ έχει να αντιμετωπίσει 20.000 διαδηλωτές από πολλές χώρες που φωνάζουν «Our world is not for sale-put the bankers in the jail» («Ο κόσμος μας δεν είναι για πούλημα-βάλτε τους τραπεζίτες στη φυλακή)». Ανάμεσά τους μια μαζική αντιπροσωπεία από την Ελλάδα που γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό και μπαίνει μπροστά στην αναμέτρηση με την αστυνομία στη γέφυρα της Πράγας που οδηγεί στη Σύνοδο.3

Η γενίκευση σε αντικαπιταλιστικό κίνημα γίνεται τα επόμενα χρόνια, στη Γένοβα το 2001 με την πολιορκία της Συνόδου των G8 και στη Φλωρεντία το 2002 με την πρώτη συνάντηση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ. Την επόμενη χρονιά, στις 15 Φλεβάρη 2003 ξεσπάει το μεγαλύτερο διεθνές αντιπολεμικό κίνημα από την εποχή του πολέμου στο Βιετνάμ. Είναι ένας σταθμός σε παγκόσμια κλίμακα, με τα ΜΜΕ στις ΗΠΑ να μιλούν για εκείνο το κίνημα ως «νέα υπερδύναμη». Είναι σταθμός και στην Ελλάδα:

«Οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις έφτασαν πανελλαδικά τις 500.000 με ένα εκατομμύριο. Η 15Φ στην Αθήνα είχε 250-300 χιλιάδες. Ακόμη πιο μεγάλα ήταν τα συλλαλητήρια στις 20-21 Μάρτη- την πρώτη μέρα που ξεκίνησε ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Ιράκ. Σε όλες τις πόλεις οι δρόμοι πλημμύρισαν».4

Με τέτοιες εμπειρίες έφτασε η εργατική τάξη και η νεολαία στο ξέσπασμα των αγώνων ενάντια στα Μνημόνια μετά την κρίση χρέους που πυροδότησε η χρεοκοπία της τράπεζας Λήμαν Μπράδερς στις ΗΠΑ το 2007 και απλώθηκε σε διεθνή κλίμακα το 2008-2011. Εκείνες οι εμπειρίες συνοψίστηκαν από τον Άλεξ Καλλίνικος, που τους έδωσε τον τίτλο «Ένα αντικαπιταλιστικό Μανιφέστο» και έκανε τη σύνδεση με το ιστορικό «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του Μαρξ και του Ένγκελς.5

Το κίνημα ενάντια στα Μνημόνια ήταν τεράστιο. Δεν ήταν «μόνο» μια σειρά από γιγάντια συλλαλητήρια που πλημμύριζαν το Σύνταγμα και ονομάστηκαν «κίνημα των Πλατειών». Παράλληλα αναπτύχθηκε ένα μαζικό απεργιακό κύμα που υποχρέωσε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ να προχωρήσουν στον πιο πυκνό κύκλο από Πανεργατικές απεργίες από τον Φλεβάρη του 2010 μέχρι το καλοκαίρι του 2015. Πολιτικά, εκείνοι οι αγώνες είχαν τη ριζοσπαστικοποίηση που οδήγησε το πολιτικό σύστημα στην κρίση του 2012, τότε που το άθροισμα των ποσοστών ΝΔ-ΠΑΣΟΚ έπεσε από το παραδοσιακό 80 τοις εκατό στα τάρταρα του 32% και για τα δυο κόμματα που σχημάτιζαν τις κυβερνήσεις μέχρι τότε.

Το ζήτημα της ανατροπής μπήκε στην ημερήσια διάταξη με τη δύναμη της εργατικής τάξης που αρνιόταν τις θυσίες για χάρη της διάσωσης των τραπεζών. Εκατό χρόνια μετά το κλασικό κείμενο του Λένιν, η εργατική τάξη έφερνε ξανά στο προσκήνιο τον ιστορικό ρόλο που της είχαν αποδώσει ο Μαρξ και ο Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Το ρόλο του «νεκροθάφτη». 

Η δύναμη της εργατικής τάξης

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε ανίκανος να αξιοποιήσει τη δύναμη εκείνου του κινήματος που τον έφερε στην κυβέρνηση. Οι δικαιολογίες για την αποτυχία του συνεχίζονται μέχρι σήμερα και προσπαθούν να αποδώσουν τις ευθύνες στον κόσμο που «δεν ήταν έτοιμος για τόσο μεγάλη ρήξη». Η εργατική τάξη δεν είναι όπως παλιά, έχει αλλάξει, ισχυρίζονται αυτές οι απόψεις. Πρόκειται για ένα παλιό μοτίβο που επανέρχεται.

Ο ίδιος ο Χόμπσμπομ είχε ανοίξει μια τέτοια συζήτηση ήδη από το 1978 σε ένα κείμενο με τίτλο «Η ανοδική πορεία της εργατικής τάξης σταμάτησε;» :

«Η χειρωνακτική εργατική τάξη, ο πυρήνας των παραδοσιακών σοσιαλιστικών κομμάτων συρρικνώνεται αντί να επεκτείνεται. Έχει μετασχηματιστεί και ως ένα σημείο διασπαστεί από τις δεκαετίες όπου το βιοτικό της επίπεδο είχε φτάσει σε επίπεδα που ούτε οι πιο καλοπληρωμένοι του 1939 δεν είχαν ονειρευτεί. Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε ότι όλοι οι εργάτες βρίσκονται σε μια διαδικασία συνειδητοποίησης της ταξικής τους θέσης που τους οδηγεί σε κάποιο σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα».6

Από τη μεριά μας, είχαμε αντιπαρατεθεί σε τέτοιες απόψεις από νωρίς:

«Η εργατική τάξη δεν έχει κατασταλεί από την τεχνολογία ούτε έχει μετατραπεί σε ενσωματωμένη μειοψηφία, αντίθετα εξωθείται σε σύγκρουση  από τον ίδιο τον καπιταλισμό (…) Το θέμα για τους επαναστάτες δεν είναι να αποχαιρετήσουν την εργατική τάξη, αλλά αναγνωρίζοντας την κεντρικότητά της να κατανοήσουν τις αλλαγές στη σύνθεσή της».7

Στα χρόνια που έχουν περάσει από τότε, η εργατική τάξη έχει μεγαλώσει ακόμη περισσότερο αριθμητικά και έχει αποκτήσει πιο πλούσια σύνθεση με τη συμμετοχή και των γυναικών στην παραγωγή αλλά και των μεταναστών. Αν στην εποχή του Λένιν είχε τη δύναμη να στέκεται σαν απελευθερωτής όλων των καταπιεσμένων, σήμερα η ίδια η σύνθεσή της φέρνει τη σύνδεση των αγώνων ενάντια στην εκμετάλλευση με τους αγώνες ενάντια στον σεξισμό, τον ρατσισμό και κάθε μορφή καταπίεσης.

Η διεθνοποίηση της παραγωγής είναι αναπόσπαστο κομμάτι της εξάπλωσης του καπιταλισμού πολύ πέρα από τα παραδοσιακά του κέντρα και αυτό μεγαλώνει τη δύναμη που έχουν ολόκληρα κομμάτια της εργατικής τάξης αντί να την εξασθενίζει. Οι λιμενεργάτες, οι σιδηροδρομικοί και οι οδηγοί των φορτηγών παραδοσιακά αποτελούσαν δυνατό κομμάτι της τάξης και έχουν τεράστια ιστορία αγώνων. Σήμερα αποτελούν τμήμα της βιομηχανίας logistics που έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις και οι αγώνες των εργαζόμενων σε αυτό τον τομέα προκαλούν τρόμο στους καπιταλιστές. Αρκεί να αναλογιστούμε τις απεργίες των εργαζόμενων της Amazon στις ΗΠΑ και την πρόσφατη απεργία αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη που έγινε στην Ιταλία  και το κίνημα «Να μπλοκάρουμε τα πάντα» στη Γαλλία. Σε άλλες σελίδες αυτού του τεύχους υπάρχουν πλούσια οι εικόνες από αυτά τα κινήματα. Είναι εικόνες που επιβεβαιώνουν και την οικονομική δύναμη της σύγχρονης εργατικής τάξης αλλά και την ικανότητα να κάνει αγώνες όπως της Παλαιστίνης δική της υπόθεση.

Σοσιαλισμός - η κοινωνία της απελευθέρωσης

Οι επαναστάσεις δεν έχουν φύγει από την ημερήσια διάταξη. Αυτό το δείχνει τόσο η κρίση των από πάνω, όσο και η οργή και η δύναμη της εργατικής τάξης. Επανάσταση, όμως, δεν είναι μόνο η ανατροπή της κυρίαρχης τάξης. Είναι η οργάνωση της κοινωνίας με τρόπο που μπορεί να εξασφαλίζει την κάλυψη των αναγκών της ζωής των ανθρώπων. Μια κοινωνία που εξαφανίζει τη φτώχεια γιατί εξασφαλίζει σε όλους, όλες, όλα ότι θα έχουν τροφή και στέγη, σχολεία και νοσοκομεία, συνθήκες διαβίωσης χωρίς καταστροφές από καύσωνες και πλημμύρες. Μια κοινωνία που βάζει τέλος στον πόλεμο, στον ρατσισμό, στον σεξισμό, στις διακρίσεις σε κάθε μορφή καταπίεσης.

Το χτίσιμο μιας τέτοιας κοινωνίας αρχίζει όταν οι εργάτες πάρουν την εξουσία και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής. Και εκεί ακριβώς επικεντρώνουν τις επιθέσεις τους οι καπιταλιστές: «Κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, η οικονομία είναι πολύ πολύπλοκη για να ελέγχεται προγραμματισμένα από απλούς εργάτες που δεν έχουν τις γνώσεις που απαιτούνται».

Πρόκειται για αντιστροφή της πραγματικότητας. Προφανώς οι λίγοι δισεκατομμυριούχοι που ελέγχουν τις μεγάλες επιχειρήσεις σε κάθε χώρα δεν έχουν τις γνώσεις που απαιτούνται για τον προγραμματισμό της λειτουργίας της κάθε επιχείρησης. Οι ανάγκες προγραμματισμού είναι μεγάλες και καλύπτονται οργανωμένα. Ο Κρις Χάρμαν δίνει το παράδειγμα των μεγάλων σουπερμάρκετ:

«Δεν μπορούν να βασίζονται στη λειτουργία της αγοράς για να εξασφαλίσουν ότι σε κάθε κατάστημα θα υπάρχει το κατάλληλο μείγμα από προϊόντα από μήνα σε μήνα και από χρόνο σε χρόνο. Αντίθετα, φροντίζουν να ελέγξουν τη βιομηχανία τροφίμων και όλο και περισσότερο την αγροτική παραγωγή όχι μόνο στη χώρα τους αλλά σε διεθνή κλίμακα. Ο καπιταλιστικός προγραμματισμός είναι υπαρκτός αλλά είναι προσανατολισμένος στον ανταγωνισμό με τις άλλες επιχειρήσεις και όχι στην κάλυψη των αναγκών των απλών ανθρώπων.  Δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί τα δημοκρατικά εκλεγμένα όργανα των εργατών  δεν μπορούν να πάρουν τον έλεγχο του προγραμματισμού και να αλλάξουν τις προτεραιότητες. Η αλήθεια είναι ότι θα είναι σε θέση να το κάνουν καλύτερα γιατί θα στηρίζονται στη συνεργασία με βάση δημοκρατικά αποφασισμένους στόχους και όχι στον ανταγωνισμό και την υπονόμευση των ανταγωνιστών».8

Εργατικός έλεγχος δεν σημαίνει αυτοδιαχείριση της κάθε επιχείρησης ξεχωριστά. Η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη δίνει τη δυνατότητα για συλλογικό δημοκρατικό προγραμματισμό σε πανεθνικό και σε διεθνές επίπεδο. Κάτι τέτοιο είναι προφανώς αναγκαίο, αρκεί να στεφτούμε τα ζητήματα αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Σε καμιά χώρα τα προβλήματα από τις πλημμύρες δεν είναι υπόθεση μόνο όσων ζουν κοντά στις εκβολές των ποταμών. Απαιτούν συνεργασία μέσα κι έξω από τα σύνορα σε πολλούς τομείς. Ο διεθνισμός της εργατικής τάξης είναι η μόνη στέρεη βάση για να υπάρξει αυτή η συνεργασία. Κάτι που είναι εφικτό αντικειμενικά από τον ίδιο το χαρακτήρα της εργατικής τάξης και χτίζεται υποκειμενικά μέσα από τα παγκόσμια κινήματα, όπως το αντιπολεμικό. Η αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη ενώνει πάνω από τα σύνορα εδώ και τώρα και στις ιδέες και στην πράξη με την οργάνωση των διεθνών κινητοποιήσεων. Αν σήμερα μπορούμε να οργανώνουμε στόλους προς τη Γάζα σε διεθνή κλίμακα, σίγουρα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις ανάγκες του σοσιαλιστικού προγραμματισμού όταν η τάξη μας πάρει την εξουσία.

Η πάλη για τον Σοσιαλισμό

Η σοσιαλιστική επανάσταση χαρακτηρίζεται από τέσσερα αλληλένδετα στοιχεία: Μαζική απεργία, εργατικά συμβούλια, εξέγερση για την ανατροπή του κράτους και επαναστατικό κόμμα. Κάθε ένα από αυτά είναι απαραίτητο και η ανάδειξή τους δεν είναι μια ακολουθία που πηγαίνει με προκαθορισμένη σειρά.

Τα εργατικά συμβούλια είναι τα όργανα του ελέγχου της τάξης και στην παραγωγή και στην πολιτική, αλλά δεν εμφανίζονται μετά την κατάληψη της εξουσίας. Αναδεικνύονται πιο πριν μέσα από την απεργιακή δράση που κορυφώνεται σε μαζική απεργία. 

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ανέδειξε τη σημασία και τα χαρακτηριστικά αυτού του στοιχείου με διπλή έννοια. Η απεργιακή δράση αλλάζει τις συνειδήσεις έτσι ώστε ο απλός καθημερινός «πάτερ φαμίλιας» εργάτης μετατρέπεται σε αγωνιστή. Παράλληλα, η απεργιακή δράση συγκεντρώνει τη δύναμη της τάξης εκεί που μετράει, στους χώρους της παραγωγής. «Εκεί που δένονται οι αλυσίδες της εκμετάλλευσης εκεί σπάνε» ήταν η θρυλική διατύπωση της Ρόζας.

Η συλλογικότητα στους χώρους δουλειάς είναι το ορμητήριο της εργατικής τάξης που συγκροτείται με τα εργατικά συμβούλια σπάζοντας τους διαχωρισμούς σε γυναίκες και άνδρες, λευκούς και μαύρους, ειδικευμένους και ανειδίκευτους, μόνιμους και συμβασιούχους. Οι πολιτικές μάχες ενάντια στο ρατσισμό, τον σεξισμό και όλες τις διακρίσεις είναι βήματα που υπερασπίζουν τη συλλογικότητα ενάντια στις επιθέσεις των από πάνω που πάνε να τη διασπάσουν.

Ακόμη και όταν αυτή η διαδικασία φτάνει στην εμφάνιση εργατικών συμβουλίων, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα προσανατολισμό στην εξέγερση για κατάληψη της εξουσίας και ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους. Η ιστορία έχει πολλά παραδείγματα για τη σημασία προετοιμασίας προς αυτόν τον προσανατολισμό. Στη Γερμανία του 1918 η τάξη συγκρότησε εργατικά συμβούλια, αλλά δεν πήρε την εξουσία. Στην Ισπανία του 1936 τα εργατικά συμβούλια έμειναν αποκεντρωμένα, αποδυναμώνοντας την πάλη για την ανατροπή.

Η αναγκαιότητα για τη συγκρότηση των πρωτοπόρων εργατών σε επαναστατικό κόμμα δεν προκύπτει στο τέλος της επαναστατικής διαδικασίας, αλλά πολύ πιο πριν. Είναι τραγικά λαθεμένες οι απόψεις που περιμένουν «να ωριμάσουν οι συνθήκες» για να αναδείξει η Αριστερά τα επαναστατικά χαρακτηριστικά της. 

Είναι πλαστή η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αριστερά ως κόμμα πρωτοπορίας και στην Αριστερά ως μαζικό κόμμα. Η επαναστατική Αριστερά συγκροτεί τα πρωτοπόρα στοιχεία της τάξης σε δύναμη που μαθαίνει να συσπειρώνει την τάξη στη καθημερινή μαζική δράση και να προσανατολίζει στον στρατηγικό στόχο της σοσιαλιστικής ανατροπής. Ο κατακερματισμός αυτής της διαδικασίας σε χωριστές φάσεις, όπου η μαζικότητα σήμερα επιδιώκεται μέσα από υποταγή στις εκλογικές προτεραιότητες ενώ ο στρατηγικός στόχος μετατρέπεται σε μακρινό «όραμα», καταλήγει σε αδιέξοδα.

Αυτή είναι μια αλήθεια που έχει επιβεβαιωθεί από τις εμπειρίες μας. Μέσα στην εργατική τάξη στην Ελλάδα είναι ζωντανές οι μνήμες για το πώς εξελίχθηκε το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και όταν ήταν στα πάνω τους. 

Οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου στη δεκαετία του 1980 έκαναν τη στροφή από μια Κεϋνσιανή διαχείριση που υποσχόταν πορεία προς το Σοσιαλισμό σε μια νεοφιλελεύθερη πολιτική με τον Σημίτη να αντιγράφει την Θάτσερ.9 Το ΠΑΣΟΚ τότε είχε σαρωτική εκλογική δύναμη και δίπλα υπήρχε ένα επίσης ισχυρό εκλογικά ΚΚΕ που έλεγε ότι η Αλλαγή μπορεί να γίνει σε συνεργασία μαζί του. Το κράτος, όμως, ήταν κάτω από τον έλεγχο των καπιταλιστών που είχαν τη δύναμη να εκβιάζουν για να επιβάλουν τη νεοφιλελεύθερη στροφή του 1985 με τα μέτρα Σημίτη. Το ίδιο είχε γίνει στη Γαλλία με τον Μιτεράν να εγκαταλείπει το πρόγραμμα της συνεργασίας Σοσιαλιστικού Κόμματος και ΓΚΚ.

Την ίδια περίοδο επικρατούσαν μέσα στο χώρο της ρεφορμιστικής αριστεράς οι απόψεις του Νίκου Πουλαντζά που επέμεναν ότι είναι ρεαλιστικός ένας συνδυασμός παρεμβάσεων μέσα κι έξω από τους θεσμούς του αστικού κράτους. Για την ακρίβεια, ο Πουλαντζάς πρότεινε όχι μόνο την αξιοποίηση των παρεμβάσεων της Αριστεράς στους μηχανισμούς του κράτους ως στοιχείο ενός «δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό» αλλά και τη διατήρηση θεσμών όπως το κοινοβούλιο σε ένα μελλοντικό «δημοκρατικό σοσιαλισμό», ως εγγύηση για τις ελευθερίες. Σε μια συνέντευξή του φτάνει στο σημείο να δηλώνει: «Αγώνας του οποίου ο στόχος δεν είναι να αντικαταστήσει το αστικό κράτος με ένα εργατικό κράτος, αλλά να επιτύχει έναν βαθύ μετασχηματισμό του κράτους».10

Αυτή η συλλογιστική ήταν κυρίαρχη ακόμα και στα πιο αριστερά τμήματα που προσχώρησαν στον ΣΥΡΙΖΑ όταν συγκροτήθηκε. Το μόνο που πέτυχε ήταν να δίνει κάλυψη στην ηγεσία του, η οποία εγκατέλειψε τον «μετασχηματισμό» από την πρώτη στιγμή που έγινε κυβέρνηση και έφτασε να υλοποιεί τα Μνημόνια που υπαγόρευαν οι τραπεζίτες. Πριν ακόμα φτάσουμε στη δραματική στροφή το καλοκαίρι του 2015, αναπόσπαστο κομμάτι της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν οι υποσχέσεις για «συνέχεια του κράτους» με ομαλή διαδοχή υπουργών στο Πεντάγωνο, στο Δικαιοσύνης, στο Δημόσιας Τάξης.

Μέσα από τις σελίδες αυτού του περιοδικού προειδοποιούσαμε:

«Αρκεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να κυβερνήσει η Αριστερά; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Μια εκλογική νίκη της Αριστεράς εκφράζει αναμφισβήτητα την πολιτική συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης και τη διάθεση της να ανατρέψει την προηγούμενη κατάσταση. Αλλά δεν εξασφαλίζει τον έλεγχο πιο έξω από τον περίβολο του κοινοβουλίου.

Πρώτα από όλα δεν εξασφαλίζει κανέναν έλεγχο πάνω στην οικονομική εξουσία. Οι τράπεζες, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, τα εφοπλιστικά γραφεία, η τουριστική βιομηχανία, τα σουπερμάρκετ και τα εργοστάσια ως γνωστό δεν αλλάζουν χέρια το βράδυ των εκλογών. Η δημοκρατία δεν έχει φτάσει ακόμη στα άδυτα της οικονομίας, όπου επικρατεί αν όχι η ελέω θεού μοναρχία σίγουρα το κληρονομικό δικαίωμα των μεγαλομετόχων.

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται «μόνο» εκεί. Ούτε ο έλεγχος των κρατικών μηχανισμών είναι δοσμένος. Ο στρατός και η αστυνομία είναι σώματα που διοικούνται από τη δική τους ιεραρχία και ακόμη και οι επιλογές του ΚΥΣΕΑ είναι περιορισμένες σε έναν στενό κύκλο ναυάρχων, πτεράρχων και στρατηγών που αναδεικνύονται από τα σπλάχνα μιας μη εκλεγμένης γραφειοκρατίας. Τα ίδια ισχύουν για το Διπλωματικό σώμα, για τους Εισαγγελείς και Δικαστές, για τους «ράμπο» του ΣΔΟΕ κλπ κλπ. Η σκέψη ότι ένας δημοκράτης αριστερός υπουργός Δημόσιας Τάξης θα δώσει εντολή και τα ΜΑΤ θα αρχίσουν να κυνηγάνε φασίστες αντί για αναρχικούς είναι μάλλον αφελής».11

Η συγκρότηση της Αριστεράς σε επαναστατικό κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας με βάση τη στρατηγική του Μαρξ της Παρισινής Κομμούνας και του Λένιν της Οκτωβριανής Επανάστασης είναι και αναγκαία και επίκαιρη σήμερα.

Ο κόσμος της Αριστεράς που έχει αποδεσμευτεί μέσα από την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να καλυφθεί από σχηματισμούς που επαναλαμβάνουν την ίδια ρεφορμιστική στρατηγική με άλλα λόγια. Πρόκειται για αγωνιστές και αγωνίστριες που έχουν προχωρήσει σε ρήξη με εκείνη τη στρατηγική και παίζουν ρόλο σε σημερινές κινητοποιήσεις μεγάλων διαστάσεων για τα Τέμπη, για την Παλαιστίνη, ενάντια στη μισητή κυβέρνηση των εγκλημάτων και των καταστροφών.

Η συγκρότηση αυτή απαιτεί την ενιαιομετωπική δράση μέσα σε αυτούς τους αγώνες. Συγκρότηση δεν σημαίνει απομόνωση όπου οι επαναστάτες παραιτούνται από την κοινή δράση και την αξιοποίηση της συλλογικής δύναμης της εργατικής τάξης. Το επαναστατικό κόμμα πρωτοστατεί στην προσπάθεια για ενωτικές κινητοποιήσεις της τάξης στη δράση και όχι για «λαϊκομετωπικές» εκλογικές συνεργασίες.

Για να το πετύχει αυτό, το επαναστατικό κόμμα οργανώνει τη λειτουργία του δημοκρατικά, σπάζοντας τις συνταγές που θέλουν την κοινοβουλευτική ομάδα να έχει τον ηγετικό ρόλο ενώ η «βάση» περιορίζεται σε ψηφοφόρους που καλούνται σε αραιά διαστήματα να επικυρώσουν τις επιλογές των κοινοβουλευτικών «αστέρων».

Δημοκρατική λειτουργία σημαίνει επίσης συστηματική προσπάθεια για ρίζωμα του επαναστατικού κόμματος στους χώρους δουλειάς με τις πρωτοβουλίες του και τη διακίνηση της εφημερίδας. Ο διάλογος για να είναι γόνιμος εσωκομματικά προϋποθέτει τη διαρκή σχέση με τα πρωτοπόρα τμήματα της τάξης γιατί μέσα από αυτή τη σχέση προχωρούν και οι δυο πλευρές. Και οι πρωτοπόροι αγωνιστές κερδίζονται στη συνολική επαναστατική στρατηγική αλλά και οι οργανωμένοι επαναστάτες μαθαίνουν να γίνονται «οργανικοί διανοούμενοι» της τάξης με την έννοια που έδωσε ο Γκράμσι σε αυτόν τον όρο.

Η πολιτική κρίση σήμερα είναι μακρόσυρτη με τη Νέα Δημοκρατία να γαντζώνεται στην κυβέρνηση αξιοποιώντας τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης. Δεν πρέπει να περιμένουμε να πέσει σαν «ώριμο φρούτο», όπως έλεγε και επαναλαμβάνει η εκλογικίστικη ρεφορμιστική πολιτική. Χτίζουμε επαναστατική Αριστερά που κόβει αυτά τα «φρούτα» γιατί δεν ξεχνάμε τα λόγια του Λένιν ότι πρέπει «να τσακίσει την παλιά κυβέρνηση που ποτέ, ακόμα και σε εποχή κρίσεων δεν πέφτει αν δεν την ρίξουν».

 

Σημειώσεις

1. Λένιν, Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς, Άπαντα, τόμος 26, σελ. 220-1

2. Eric Hobsbawm, Age of Extremes, The short twentieth century 1914-1991, Michael Joseph London, 1994, p.17

3. Γιώργος Πίττας, Η διαδήλωση που σταμάτησε το ΔΝΤ, Σοσιαλισμός από τα κάτω 37, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2000, σελ.18-19

4. Μαρία Στύλλου, Κοινωνική ανυπακοή και Επανάσταση, Σοσιαλισμός από τα κάτω 46, Μάης-Ιούνης 2023, σελ.9

5. Alex Callinicos, An Anticapitalist Manifesto, Polity Press London, 2003

6. Eric Hobsbawm, The forward march of labour halted?, Lawrence and Wishart, London 1981

7. Πάνος Γκαργκάνας, Καιρός για αποχαιρετισμό της εργατικής τάξης; Οι αλλαγές στην εργατική τάξη, περιοδικό Η Μαμή Νο3, Μάρτης-Απρίλης 1984. Αναδημοσιευεται στο βιβλίο «50 χρόνια αγώνες για την Επανάσταση και τον Σοσιαλισμό», Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο 2021, σελ.95

8. Chris Harman, Revolution in the 21st century, Bookmarks, London 2007, p.112

9. Κώστας Πίττας, 40 χρόνια μετά: Τα “σταθεροποιητικά προγράμματα” δεν δουλεύουν, Εργατική Αλληλεγγύη 1694, 22 Οκτώβρη 2025, https://ergatiki.gr/article.php?id=37295&issue=1694

10. Συνέντευξη του Νίκου Πουλαντζά στον Ανρί Βεμπέρ, Critique Communiste No 16 (June 1977). Βλέπε σχετικά Colin Barker, A ‘New’ Reformism?, International Socialism journal No4, Spring 1979

11. Πάνος Γκαργκάνας, Μπορεί η Αριστερά να κυβερνήσει; Σοσιαλισμός από τα κάτω 96, Γενάρης-Φλεβάρης 2013, https://socialismfrombelow.gr/article.php?id=216&issue=96#gsc.tab=0