Άρθρο
Το δρόμο τον δείχνει η Iταλία

Συλλαλητήριο στη Γένοβα: STOP στη Γενοκτονία

Η συγκλονιστική Γενική Απεργία στο πλευρό της Παλαιστίνης μας δίνει έμπνευση.
Ο Γιώργος Ράγκος εξηγει πως φτάσαμε εκεί κόντρα σην κυβέρνηση της φασίστριας Μελόνι.

 

«Ο ιταλικός λαός μας έκανε να χαμογελάσουμε στη Γάζα». Με αυτά τα λόγια, η Eman Abu Zayed, μια Παλαιστίνια συγγραφέας στη Γάζα, περιέγραψε το αντίκτυπο των συγκλονιστικών «Γενικών Απεργιών για την Παλαιστίνη» στην Ιταλία. Στη χώρα που κυβερνάει η φασίστρια Μελόνι και είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στο Ισραήλ πίσω από ΗΠΑ και Γερμανία. 

Η Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου και η Παρασκευή 3 Οκτωβρίου θα μείνουν στην ιστορία της ταξικής πάλης, στην Ιταλία και παγκόσμια και μας αφήνουν παρακαταθήκη για το «από εδώ και μπρος». 

Όπως γράφει η Λουτσία Πραντέλα: «Μέχρι πρόσφατα, μια τέτοια ιδέα χλευαζόταν ακόμη και από ορισμένους στην Αριστερά, οι οποίοι τη θεωρούσαν μια μη εφαρμόσιμη, ουτοπική ιδέα. Αυτό που κρυβόταν πίσω από αυτό ήταν σαφώς μια πλήρης έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητα της εργατικής τάξης να κινηθεί προς μια τέτοια κατεύθυνση. Λοιπόν, τώρα το έχουμε μπροστά στα μάτια μας». 

Απεργίες που έδειξαν πόσο ψεύτικα και επιφανειακά ήταν τα «ρεαλιστικά» πολιτικά αφηγήματα, και από τα δεξιά και από τα αριστερά, για την κυριαρχία της Μελόνι και για τον «αποχαιρετισμό της εργατικής τάξης» στην Ιταλία και δείχνουν ότι η δύναμη της εργατικής τάξης μπορεί να τσακίσει τα γενοκτονικά σχέδια του Ισραήλ και των ιμπεριαλιστών στην Παλαιστίνη να τσακίσει την ακροδεξιά και τους φασίστες, το ρατσισμό, το σεξισμό, τους πολέμους. 

Να μπλοκάρουμε τα πάντα

Αφορμή για τις απεργίες ήταν το κάλεσμα της Αυτόνομης Συλλογικότητας Λιμενεργατών της Γένοβας (CALP) για «Blocchiamo Tutto» («να μπλοκάρουμε τα πάντα») σε «απάντηση στη συνεχιζόμενη γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας, στον αποκλεισμό της ανθρωπιστικής βοήθειας από τον ισραηλινό στρατό και τις απειλές κατά της διεθνούς αποστολής Global Sumud Flotilla». 

Η CALP είναι μια συλλογικότητα λιμενεργατών της Γένοβας που συνδέεται με την USB (Unione Sindacale di Base – Συνδικαλιστική Ένωση Βάσης), ένα από τα πολλά συνδικάτα «βάσης» της Ιταλίας (τα άλλα είναι τα CUB, ADL Cobas, SGB και SI Cobas), τα οποία λειτουργούν ξεχωριστά από τις κυρίαρχες εργατικές ομοσπονδίες.

Καθώς τα τέσσερα ιταλικά πλοιάρια του στολίσκου Global Sumud Flotilla ετοιμαζόταν να ξεκινήσουν από τη Γένοβα, συνδικάτα, επιτροπές γειτονιάς και οργανώσεις συγκέντρωσαν περισσότερους από 400 τόνους ανθρωπιστικής βοήθειας. Ο στόχος ήταν για 40 τόνους. Στις 30 Αυγούστου, 40.000 άτομα διαδήλωσαν για να αποχαιρετήσουν τον στολίσκο τραγουδώντας το «Bella Ciao», σε μία πόλη 564.000 κατοίκων. Τότε, ο εκπρόσωπος της CALP, Ρικάρντο Ρουντίνο, δεσμεύτηκε μιλώντας στη διαδήλωση: «Κάθε χρόνο 14 χιλιάδες κοντέινερ με διάφορα εμπορεύματα φεύγουν από το λιμάνι της Γένοβας για το Ισραήλ. Αλλά, εάν, έστω και για 20 λεπτά, χάσουμε την επαφή με τους συντρόφους μας στον στολίσκο, θα αποκλείσουμε όλη την Ευρώπη: από τις αποβάθρες της Γένοβας δεν θα φύγει ούτε ένα καρφί, θα είναι μια παγκόσμια απεργία».

Όταν, στα μέσα Σεπτέμβρη, το Ισραήλ ξεκίνησε τις επιθέσεις στο στολίσκο, όλα τα ιταλικά συνδικάτα βάσης, ανταποκρινόμενα σε αυτό το κάλεσμα, κήρυξαν γενική απεργία για τις 22 Σεπτέμβρη. 

Η κύρια συνδικαλιστική ομοσπονδία, η CGIL (Confederazione Generale Italiana del Lavoro - Ιταλική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας), με δεσμούς με το Δημοκρατικό Κόμμα (PD), (τον πολιτικό κληρονόμο του πάλαι ποτέ Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) που εκπροσωπεί την πλειοψηφία των εργαζομένων, με 5,5 εκατομμύρια μέλη, αρνήθηκε να καλέσει. 

Γενική απεργία από τα κάτω

Έτσι, η 22/9 ξεκίνησε σαν μία «γενική απεργία από τα κάτω». Δεν θα ήταν η πρώτη τέτοια απεργία στην Ιταλία. Τα συνδικάτα βάσης έχουν δυνάμεις σε συγκεκριμένους εργατικούς χώρους και κυρίως στην εφοδιαστική αλυσίδα, στα λιμάνια και σε κάποιους τομείς του δημόσιου τομέα.  

Η απεργία ξεπέρασε και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις και κατά πολύ τη συνήθη «κινητοποιητική ικανότητα» των συνδικάτων βάσης. Πολλά από τα πρωτοβάθμια συνδικάτα που συνδέονται με CGIL, παρά την άρνηση της, συμμετείχαν στην απεργία. Ήταν ένας απεργιακός σεισμός, μία πολιτική Γενική Απεργία, που είχε δεκαετίες να ζήσει η Ιταλία. Πάνω από μισό εκατομμύριο εργάτες, φοιτητές, μαθητές, σε πάνω από 80 πόλεις, «μπλοκάρανε τα πάντα». Η ανακοίνωση της USB είναι χαρακτηριστική: «Οι εργαζόμενοι έχουν επιστρέψει... για να απαιτήσουν δικαιοσύνη για έναν βασανισμένο λαό... η αλληλεγγύη μεταξύ των λαών και η αδελφοσύνη πέρα από τα σύνορα δεν είναι νεκρές και θαμμένες αξίες. Αντιθέτως, είναι ζωντανές και ενεργές... Η Παλαιστίνη έδωσε όνομα στη δυσαρέσκειά μας... η οργή, η διαμαρτυρία και ο θυμός για τη σφαγή του παλαιστινιακού λαού έχουν διασταυρωθεί με χρόνια καταπίεσης, καταστολής και επιδείνωσης των υλικών συνθηκών».

Με συνθήματα υπέρ της Παλαιστίνης και κατά της κυβέρνησης Μελόνι, απεργοί ηγήθηκαν των μπλόκων κλείνοντας τις πύλες των λιμανιών στη Γένοβα, το Παλέρμο, το Λιβόρνο, την Ανκόνα, την Τεργέστη, το Σαλέρνο και τη Βενετία. Σιδηροδρομικοί σταθμοί αποκλείστηκαν στη Νάπολη, στο Τορίνο, στη Ρώμη και στο Μιλάνο, ενώ η απεργία παρέλυσε τα δίκτυα μεταφορών. Διαδηλωτές κατέβηκαν σε αυτοκινητόδρομους κόντρα στο «Διάταγμα Ασφαλείας», που ψηφίστηκε τον Ιούνιο, και καθιστά τον αποκλεισμό της κυκλοφορίας και των μεγάλων υποδομών «σοβαρό ποινικό αδίκημα». Οι πανεπιστημιουπόλεις στη Ρώμη, στην Μπολόνια και το Τορίνο κατελήφθησαν από τους φοιτητές. Τα περισσότερα σχολεία έκλεισαν καθώς οι μαθητές και καθηγητές συμμετείχαν στις απεργιακές κινητοποιήσεις. Το κύμα απεργιών έφτασε ακόμη και στο Βατικανό, όπου μέλη του Συλλόγου Λαϊκών Υπαλλήλων του Βατικανού συμμετείχαν σε πορεία προς το κοινοβούλιο στο πλαίσιο του δικτύου «Ιερείς κατά της Γενοκτονίας». 

Ήταν τέτοια η έκταση της επιτυχίας που η CGIL αναγκάστηκε να καλέσει και αυτή σε απεργία αν το Ισραήλ επιτεθεί στο στολίσκο Sumud. Το ερώτημα ήταν αν θα την καλέσει σε συντονισμό με τα συνδικάτα βάσης ή σε ξεχωριστή ημερομηνία όπως είχε κάνει την προηγούμενη φορά. 

Όταν το βράδυ της Τετάρτης 1 Οκτώβρη, οι ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν στο στολίσκο και συνέλαβαν τα μέλη του, ξέσπασαν συγκεντρώσεις και πορείες σε εκατοντάδες ιταλικές πόλεις. Την Παρασκευή 3 Οκτωβρίου, τα συνδικάτα βάσης κάλεσαν σε νέα Γενική Απεργία. Η CGIL δεν έκανε το ίδιο λάθος και αναγκάστηκε να καλέσει και αυτή στην απεργία και στις διαδηλώσεις την ίδια μέρα. Μέχρι πριν από λίγες μέρες, κανείς δεν θα φανταζόταν ότι η ηγεσία της CGIL θα ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο. Αυτό ήταν ένα από τα αποτελέσματα της απεργίας της 22/9. Η κοινή δράση επιβλήθηκε λόγω της ασταμάτητης πίεσης από τα κάτω.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πάνω από δύο εκατομμύρια εργάτες, σε περισσότερες από 100 πόλεις, να απεργήσουν και βγουν στους δρόμους. Οι αναφορές από όλη την Ιταλία, από τον Βορρά μέχρι τον Νότο, ήταν πραγματικά εντυπωσιακές. Μία τεράστια επίδειξη δύναμης της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με τη FIOM (το συνδικάτο μεταλλουργών της CGIL), σε ορισμένα εργοστάσια το ποσοστό συμμετοχής στην απεργία ήταν 80% και συνολικά το ποσοστό συμμετοχής έφτασε το 60%. Πρόκειται για ένα πρωτοφανές ποσοστό για κάτι που ισοδυναμεί με πολιτική απεργία.

Στο Τορίνο, οι διοργανωτές αναφέρουν 70.000 άτομα που διαδήλωσαν, με αρκετές δράσεις μπροστά από τα κεντρικά γραφεία της Amazon και το «Officine Grandi Riparazioni», την εγκατάσταση που επισκέπτονται ο Τζεφ Μπέζος της Amazon και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κατά τη διάρκεια της «Ιταλικής Εβδομάδας Τεχνολογίας». 

Στη Φλωρεντία, ο περιφερειακός γραμματέας της CGIL ανέφερε ότι πάνω από 100.000 διαδήλωσαν, κάτι που, όπως είπε, δεν είχε ξαναδεί από τη διαδήλωση στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ το 2002. 

Στο Μιλάνο, οι 150.000 διαδήλωσαν σε μια πορεία μήκους 4 χιλιομέτρων πίσω από ένα τεράστιο πανό με το σύνθημα «Ελευθερώστε την Παλαιστίνη - Σταματήστε την Πολεμική Μηχανή». 

Η Ρώμη είδε τη μεγαλύτερη προσέλευση, με 300.000.  Η μεγαλύτερη τοπική διαδήλωση στη Ρώμη από το 1994. Στο Κάλιαρι, την πρωτεύουσα της Σαρδηνίας, ο σιδηροδρομικός σταθμός καταλήφθηκε και τα τρένα μπλοκαρίστηκαν. Στο Παλέρμο, την πρωτεύουσα της Σικελίας, περίπου 30.000 άτομα, στην Κατάνια, μια άλλη πόλη της Σικελίας, περίπου 10.000. Στη Νάπολη, οι διαδηλωτές κατάφεραν να σπάσουν τις αστυνομικές γραμμές και να καταλάβουν τις αποβάθρες. 

Οι 40.000 διαδηλωτές στη Γένοβα διαδήλωσαν πίσω από το πανό «Μελόνι, πρέπει να ντρέπεσαι για τον εαυτό σου». Χιλιάδες φοιτητές και φοιτητές διαδήλωσαν από το κατειλημμένο πανεπιστήμιο. Μεταξύ των συνθημάτων ήταν: «Με την Παλαιστινιακή Αντίσταση, ούτε ένα βήμα πίσω», «Είμαστε όλοι αντισιωνιστές», «Στεκόμαστε όλοι με τον στολίσκο» και «Χρειαζόμαστε περισσότερα σχολεία και λιγότερες βόμβες». 

Στην Μπολόνια, η πορεία των 100.000 φώναζε το σύνθημα «Μελόνι, παραιτήσου!». Το λιμάνι του Λιβόρνο αποκλείστηκε εντελώς, καθώς οι διαδηλωτές έστησαν φράγματα για να εμποδίσουν τα οχήματα να εισέλθουν στις αποβάθρες. Η λίστα με τις μικρότερες πόλεις και κωμοπόλεις που γίνανε διαδηλώσεις είναι ατελείωτη. Ακόμη και το προσωπικό των ιταλικών πρεσβειών στη Μαδρίτη, στη Βαρκελώνη και στη Λισαβόνα απεργούσαν.

Την επόμενη ημέρα, το Σάββατο 4 Οκτώβρη, στην πανεθνική διαδήλωση για τα 2 χρόνια γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού, ένα ανθρώπινο ποτάμι κατέκλυσε τους δρόμους της Ρώμης με πάνω από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές με τα ιταλικά ΜΜΕ να αναφέρουν ότι «λίγο μετά την κεφαλή της πορείας, υπήρχε πανό με γραμμένο “7η Οκτωβρίου, ημέρα της Παλαιστινιακής Αντίστασης” ενώ συμμετέχοντες στην κινητοποίηση δήλωσαν ότι “στηρίζουν την νόμιμη ένοπλή αντίσταση του παλαιστινιακού λαού”».

Οι επιθέσεις της κυβέρνησης Μελόνι

Οι δύο Γενικές Απεργίες ούτε προέκυψαν «από το πουθενά», ούτε ήταν «μόνο» εξαιτίας της βάρβαρης επίθεσης του Ισραήλ στο στολίσκο Sumud. Για να καταλάβουμε την επιτυχία τους χρειάζεται να δούμε την μαζική αντίθεση της εργατικής τάξης και της νεολαίας απέναντι στη κυβέρνηση Μελόνι και όσο αφορά το «παλαιστινιακό» και όσο αφορά συνολικά την πολιτική της. 

Αντίθεση που δεν ήταν καθόλου «σιωπηρή» αλλά παρούσα σε απεργίες, καταλήψεις και δράσεις και απέναντι στη στήριξη στο Ισραήλ και απέναντι στη λιτότητα, στις περικοπές, στον ρατσισμό, στην εμφάνιση των φασιστών στους δρόμους, στις γυναικοκτονίες, στα εργατικά «ατυχήματα». Μία εικόνα που «χάνεται» από τις συνηθισμένες αναλύσεις για την Ιταλία που «κεντράρουν» στην «ακροδεξία στροφή της ιταλικής κοινωνίας» μιλούν για «πρωτοφανή, για τα ιταλικά δεδομένα, σταθερότητα της κυβέρνησης Μελόνι», την απουσία «αξιόπιστης» κυβερνητικής εναλλακτικής από την κεντροαριστερά και το Δημοκρατικό Κόμμα και την «εξαφάνιση από τον πολιτικό χάρτη» της (πάλαι ποτέ δυνατής) αριστεράς. 

Η πρωτιά του φασιστικού κόμματος «Αδέλφια της Ιταλίας» (FdI), στις εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2022, και η πρωθυπουργία Μελόνι, για πρώτη φορά στην μεταπολεμική Ευρώπη και στη χώρα που «γέννησε» τον φασισμό και υπέφερε μαζικά από αυτόν, ήταν ένα σημείο καμπής και συναγερμού και όχι μόνο για την Ιταλία. 

Το συνολικό ποσοστό για τον δεξιό κυβερνητικό συνασπισμό (που αποτελείται από το κόμμα της Μελόνι FdI, την ακροδεξιά Λέγκα του Σαλβίνι και την Forza Italia του Μπερλουσκόνι) ήταν 44% έναντι 37% στις εκλογές του 2018. Αλλά αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν το ποσοστό του FdI που εκτινάχθηκε από 4,4% στο 26% το 2022 κερδίζοντας σχεδόν 6 εκατομμύρια ψήφους και έγινε το μεγαλύτερο κόμμα της Ιταλίας. Βέβαια, αν λάβουμε υπόψη ότι ψήφισε μόνο το 64% του εκλογικού σώματος, τότε μπορούμε να δούμε ότι ο δεξιός συνασπισμός έλαβε μόνο το 26% του εκλογικού σώματος (1 στους 4), με περίπου το 16% (1 στους 6) να ψηφίζει το φασιστικό κόμμα της Μελόνι. 

Όσο και αν η Μελόνι προσπαθεί να παρουσιάσει το FdI ως ένα «συμβατικό» εκλογικό πολιτικό κόμμα, είναι ένα φασιστικό κόμμα που οι ιστορικές του ρίζες ανάγονται στο Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI), το οποίο ιδρύθηκε το 1946 από νοσταλγούς της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας του Μουσολίνι, η οποία συνεργαζόταν με τους Ναζί, γνωστής και ως Δημοκρατία του Σαλό. Η ίδια η Μελόνι «εισήλθε στην πολιτική» εντασσόμενη στο MSI σε ηλικία 15 ετών και ο λόγος της ήταν άμεσα επηρεασμένος από τα πολιτικά εγχειρίδια των φασιστών.

Χρειάζεται να δούμε τη νίκη και την πρωθυπουργία Μελόνι ως το αποτέλεσμα δύο παραγόντων: της κρίσης της ιταλικής «κυβερνώσας αριστεράς», σε όλες τις «αποχρώσεις» και διασπάσεις της, καθώς και όλων των «συστημικών» κυβερνητικών κομμάτων στην Ιταλία καθώς και της «νομιμοποίησης» του ρατσισμού και του αυταρχισμού. 

Για να μην πάμε πιο πίσω, το 2019, όλα τα μεγάλα κόμματα (από το δήθεν «αντισυστημικό» Κίνημα Πέντε Αστέρων του Γκρίλο μέχρι το PD και την αριστερή κοινοβουλευτική ομάδα «Ελεύθεροι και Ίσοι», συμφώνησαν να συμμετάσχουν σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» υπό τον Τζουζέπε Κόντε και στη συνέχεια, το 2021, υπό τον, πρώην διοικητή της ΕΚΤ, Ντράγκι με την επιπλέον στήριξη και των Σαλβίνι και Μπερλουσκόνι. Η Μελόνι και το FdI παρέμεινε στην αντιπολίτευση και επωφελήθηκε καθώς η δυσαρέσκεια για τις «κυβερνήσεις εθνικής ενότητας» που φέρνανε λιτότητα και περικοπές όλο και αυξανόταν. 

Η Μελόνι στη πορεία προς την κυβέρνηση προσπάθησε προσεκτικά να επανατοποθετήσει το κόμμα, συνηθισμένη τακτική για τα φασιστικά κόμματα, αυτή τη φορά εκφράζοντας πίστη σε δύο βασικούς θεσμούς της άρχουσας τάξης, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ο στόχος ήταν να καθησυχάσει τόσο το ιταλικό όσο και το δυτικό κατεστημένο ότι μια κυβέρνηση με επικεφαλής την ίδια δεν θα αποτελούσε απειλή για τα συμφέροντα τους. Η Μελόνι έκοψε οποιαδήποτε συζήτηση για έξοδο από την ΕΕ και την ευρωζώνη, και «ξέχασε» την κριτική του νεοφιλελευθερισμού. Έδωσε έμφαση στην υποστήριξη της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ στον πόλεμό της με τη Ρωσία. Για την άρχουσα τάξη, η πίστη της Μελόνι στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ ήταν αυτό που είχε σημασία, όχι η σύνδεσή της με τον φασισμό.

Η κυβέρνηση Μελόνι σήμαινε επιθέσεις στην εργατική τάξη, γενναιοδωρία στους καπιταλιστές, στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, άκρατος ρατσισμός και ισλαμοφοβία και αυταρχισμός. 

Για παράδειγμα, ο προϋπολογισμός για το 2025 «πρόσφερε» στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα μια αύξηση μισθού 6% σε διάστημα τριών ετών, έναντι μιας σωρευτικής αύξησης των βασικών εξόδων διαβίωσης από το 2021 που εκτιμάται στο 16%. Στις συντάξεις η αύξηση ήταν 3 ευρώ (!) το μήνα. Περιλάμβανε μαζικές περικοπές σε όλα τα κοινωνικά προγράμματα, τα οποία βρίσκονται στα πρόθυρα της κατάρρευσης λόγω υποχρηματοδότησης και έλλειψης προσωπικού αλλά, ταυτόχρονα, αύξανε τον στρατιωτικό προϋπολογισμό κατά 2 δισεκατομμύρια ευρώ, φτάνοντας τον στο επίπεδο ρεκόρ των 32 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τώρα δηλώνει σύμφωνη και πρόθυμη να αυξήσει στις στρατιωτικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ για να ευθυγραμμιστεί με τους στόχους δαπανών του ΝΑΤΟ και του RearmEU. Αυτό θα σημάνει ένα τεράστιο κέρδος για στρατιωτικές εταιρείες, όπως η κρατική Leonardo, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από συμβόλαια με το Ισραήλ.

Η Μελόνι υπέγραψε συμφωνία με την Αλβανία για τη δημιουργία ιταλικών στρατοπέδων συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών στο έδαφος της Αλβανίας ενώ διατηρεί σε ισχύ και ενισχύει το, από το 2017, ρατσιστικό Σύμφωνο Ιταλίας - Λιβύης για την «καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης» που φέρνει καταδιώξεις και δολοφονικές επαναπροωθήσεις όπως αυτή της Πύλου.

Άνευ όρων ήταν και είναι η υποστήριξη στη γενοκτονία στη Γάζα από το Ισραήλ. Από την αποστολή όπλων μέχρι την ψήφο υπέρ του Ισραήλ στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και τη διάδοση θεωριών συνωμοσίας για τον «εξισλαμισμό της Ευρώπης». 

Λίγες μέρες πριν από την απεργία στις 22/9, ο Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Σαλβίνι, ηγέτης της ακροδεξιάς Λέγκας, πήγε στο ισραηλινό κανάλι i24news για να υποστηρίξει το «δικαίωμα του Ισραήλ να χτίσει ένα γαλήνιο μέλλον... η ισλαμική τρομοκρατία είναι το κύριο πρόβλημα στον κόσμο σήμερα» και εκφράζοντας την αφοσίωσή του: «Η υπεράσπιση του δικαιώματος ύπαρξης του Ισραήλ είναι περίπλοκη αυτή τη στιγμή αλλά οι φίλοι αποκαλύπτονται στις πιο δύσκολες στιγμές».

Εργατική αντίσταση 

Όμως, η ιταλική κοινωνία βρίσκεται με την «σωστή πλευρά», με την Παλαιστίνη. Όταν ξεκίναγε ο στολίσκος για τη Γάζα, μία δημοσκόπηση έδειχνε ότι η υποστήριξη για τον στολίσκο ήταν στο 72% (!), ενώ, σύμφωνα με μια βρετανική δημοσκόπηση του YouGov, τον Ιούνιο του 2025, μόνο το 9% των Ιταλών εξακολουθούσε να πιστεύει ότι οι επιθέσεις του Ισραήλ στη Γάζα ήταν δικαιολογημένες, το χαμηλότερο ποσοστό σε όλη την Ευρώπη. Και αυτά δεν είναι μόνο νούμερα σε δημοσκοπήσεις, είναι δράσεις, όλα τα προηγούμενα 2 χρόνια.

Πριν την φετινή απεργία στις 22/9, είχαν προηγηθεί τέσσερις, τοπικές αλλά πολύ σημαντικές, «απεργίες για την Παλαιστίνη» από τα συνδικάτα. Στις 17 Νοεμβρίου του 2023 ήταν η πρώτη. Οι λιμενεργάτες μπλόκαραν ένα ισραηλινό πλοίο της ZIM στο Σαλέρνο και κήρυξαν απεργία στην Tekapp στη Μόντενα, έναν παραγωγό στρατιωτικών ηλεκτρονικών για το Ισραήλ. Στις 23 Φεβρουαρίου του 2024, απεργούσαν 20.000 εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα και η διαδήλωση στο Μιλάνο είχε 50.000. Ήταν η μεγαλύτερη κινητοποίηση πριν από το καλοκαίρι του 2025. Οι κινητοποιήσεις κλιμακώθηκαν με καταλήψεις σιδηροδρομικών σταθμών και διαμαρτυρίες έξω από εργοστάσια όπλων όπως το Leonardo αλλά και μπροστά τη RAI. 

Στη Γένοβα, το σωματείο εργαζόμενων ανάγκασε την δημοτική εταιρεία ενέργειας Iren να ακυρώσει μια σύμβαση με την ισραηλινή εταιρεία Mekorot. Οι απεργοί εργάτες της Dachser-Fercam στο Bologna Interporto, τον Μάιο, απαίτησαν και κέρδισαν την απαγόρευση της διακίνησης αγαθών από και προς το Ισραήλ εξασφαλίζοντας τη ρήτρα στη σύμβασή τους. Στις 24 Ιουνίου, υπήρχε απεργία σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα που κορυφώθηκε την επόμενη μέρα με τον αποκλεισμό του λιμανιού της Γένοβας. 

Μπροστά στο ογκούμενο κίνημα αλληλεγγύης στη Παλαιστίνη και στους αποκλεισμούς λιμανιών και κόμβων, η απάντηση της κυβέρνησης Μελόνι ήταν ένα νέο «διάταγμα ασφαλείας» με επέκταση των αστυνομικών εξουσιών, την εισαγωγή ποινών έως και 20 ετών για τον αποκλεισμό υποδομών, την ποινικοποίηση των εξεγέρσεων σε κέντρα κράτησης μεταναστών και φυλακές και την τιμωρία της «τρομοκρατίας με το λόγο». Αυτό ήταν σημάδι αδυναμίας και όχι μίας παντοδύναμης κυβέρνησης. Οι αποκλεισμοί των λιμανιών συνεχίστηκαν όλο το φετινό καλοκαίρι. 

Αλλά η αδυναμία της κυβέρνησης φάνηκε έκδηλα ανάμεσα στις γενικές απεργίες στις 22/9 και 3/10. Μετά την απεργία και τις διαδηλώσεις στις 22/9, η Μελόνι αναγκάστηκε να στείλει στρατιωτικές φρεγάτες για να συνοδεύσουν τον στολίσκο αν και επέστρεψε γρήγορα στους παλιούς της τρόπους, διατάζοντας τις φρεγάτες να αποχωρήσουν πριν από την ισραηλινή επίθεση και χαρακτήρισε την αποστολή του στολίσκου τους ως «άσκοπη, επικίνδυνη και ανεύθυνη» καλώντας να παραδώσουν το φορτίο τους στην Κύπρο. 

Όταν τα συνδικάτα προκήρυξαν την απεργία για τις 3/10 η κυβέρνηση προσπάθησε στην αρχή να ποινικοποιήσει την απεργία αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα εφάρμοζε τον αντιαπεργιακό νόμο («precettazione»), ο οποίος επιτρέπει την απαγόρευση απεργιών. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση ήθελε να εκφοβίσει και να αποτρέψει τη συμμετοχή της CGIL στην απεργία. Όταν η CGIL δεν έκανε πίσω, ήταν η Μελόνι που πήρε και τις απειλές πίσω. 

Αν είχε χρησιμοποιήσει αυτό το νόμο, θα είχε θέσει τη CGIL να αψηφήσει ανοιχτά την κυβέρνηση και να παραβεί τον νόμο. Για τα αφεντικά, αυτό θα ήταν ένα επικίνδυνο βήμα. Γιατί, όταν αυτός ο νόμος παραβιαστεί ανοιχτά από μια τόσο τεράστια δύναμη, θα δημιουργούσε προηγούμενο για τις μελλοντικές απεργίες που θα ξεσπάσουν την επόμενη περίοδο. Στο τέλος, η Μελόνι περιορίστηκε στις γελοιότητες ότι τα συνδικάτα καλούσαν σε απεργία την Παρασκευή για να έχουν ένα «μακρύ Σαββατοκύριακο»: «τα μεγάλα Σαββατοκύριακα και η επανάσταση δεν πάνε καλά μαζί». Και μόνο που χρησιμοποίησε τη λέξη «επανάσταση» έδειχνε το πανικό της που επιβεβαιώθηκε στο διήμερο 3 και 4 Οκτώβρη. 

Οι απεργίες για την Παλαιστίνη» δείχνουν το δρόμο

Η σημασία των γενικών απεργιών στην Ιταλία είναι τεράστια και για την Ιταλία αλλά και για το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη και κυρίως, τώρα, με την προσπάθεια επιβολής του νεοαποικιοκρατικού «Σχεδίου Ειρήνης» του Τραμπ.

Η Παλαιστίνη λειτούργησε σαν καταλύτης που έφερε στην επιφάνεια όλες τις ταξικές αντιφάσεις στην ιταλική κοινωνία. Οι τεράστιες απεργίες και διαδηλώσεις έχουν ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των εργατών και της νεολαίας. Έχουν δει τη δική τους δύναμη. Έχουν δει ότι δεν είναι αλήθεια ότι η Μελόνι είναι ισχυρή. Έχουν δει τις τεράστιες δυνατότητες που υπάρχουν για μια μαχητική εργατική εναλλακτική απέναντι στη κυβέρνηση Μελόνι. Ανοίγει μια περίοδος με την Μελόνι να είναι πιο αδύναμη και το εργατικό κίνημα πιο δυνατό. 

Αυτό είναι που τρομοκρατεί την ιταλική άρχουσα τάξη και δεν πρόκειται να κάτσει «με τα χέρια σταυρωμένα» αλλά οι επιλογές της δεν είναι εύκολες. Ο Νοέμβριος είναι ο μήνας του προϋπολογισμού και στην Ιταλία. Ο προϋπολογισμός του 2026 θα έχει μεγαλύτερες επιθέσεις σε σχέση με του 2025. Αλλά, η φετινή απεργία ενάντια στο προϋπολογισμό δεν θα είναι μία επανάληψη της περσινής. Έχει όλες τις προϋποθέσεις να είναι συνέχεια και κλιμάκωση αυτών στις 22/9 και 3/10. Είναι σίγουρο ότι η καταστολή και οι αντιαπεργιακοί νόμοι της Μελόνι δεν πρόκειται να σταματήσουν το εργατικό κίνημα. Η «πίεση» θα πέσει πάνω στην GCIL και στο PD. Πίεση για «αυτοσυγκράτηση». Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι «πρόθυμοι» να παίξουν αυτό το ρόλο αλλά το αποτέλεσμα είναι αμφίβολο. 

Η εργατική τάξη και η νεολαία τους έχει ξεπεράσει. Το GCIL, για πρώτη φορά, σύρθηκε σε μία απεργία που καλούσαν τα σωματεία βάσης, στις 3/10, για να μην χάσει τη «δική» του βάση όπως στις 29/9. Το PD κατρακυλάει στις δημοσκοπήσεις. Όλοι οι υπόλοιποι «πολιτικοί αρχηγοί» είναι ήδη φθαρμένοι πρώην πρωθυπουργοί. Η πολιτική αστάθεια «επιστρέφει» στην Ιταλία. Αυτό δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Όμως, τώρα, τη διαφορά την κάνει ένα δυνατό εργατικό κίνημα. Και αυτό είναι πολύ ελπιδοφόρο και για να πέσει η κυβέρνηση της φασίστριας Μελόνι, που θα στείλει ένα μήνυμα και στη Γαλλία και στη Γερμανία και σε όσες χώρες η ακροδεξιά «σηκώνει κεφάλι» και για το τι θα ακολουθήσει. 

Ταυτόχρονα, ανοίγονται και ευκαιρίες για την «αναγέννηση» της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς σε μία χώρα με μεγάλη παράδοση. 

Η «επόμενη μέρα» των «απεργιών για την Παλαιστίνη» θα καθορίσει τι θα γίνει και στην ίδια την Παλαιστίνη. Οι γενικές απεργίες στην Ιταλία ήταν μία ποιοτική κλιμάκωση του κινήματος μέσα σε μία από τις πιο πιστές χώρες του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Δείξανε ότι η εργατική τάξη είναι η δύναμη που μπορεί να «τραβήξει την μπρίζα» της βοήθειας προς τη γενοκτονία. Το ότι η σκυτάλη «πέρασε» στην Ελλάδα, με την απεργία στις 10/10 και στην Ισπανία, με την απεργία στις 15/10 δείχνει ότι η Ιταλία δεν ήταν ένα «μεμονωμένο γεγονός». 

Σε όλο τον πλανήτη, η Παλαιστίνη έχει ξεσηκώσει και έχει ριζοσπαστικοποιήσει μαζικά κομμάτια της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από όλες τις μάχες, από όλα τα κινήματα. Οι παλαιστινιακές σημαίες είναι σε κάθε εργατική, αντιρατσιστική, αντιφασιστική, αντισεξιστική, περιβαλλοντική κινητοποίηση. Η ευθεία αμφισβήτηση των πολιτικών των κυβερνήσεων απέναντι στη γενοκτονία δημιουργεί ρήγμα στην ιδεολογική κυριαρχία των των «δυτικών αξιών» και ταυτόχρονα επιταχύνει, παντού, την πολιτική κρίση. 

Γι’ αυτό, οι άρχουσες τάξεις και οι κυβερνήσεις θέλουν να «τελειώνουν» με την Παλαιστίνη. Το «Σχέδιο Τραμπ» είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί, με κάθε τρόπο, ότι η γενοκτονία τελείωσε, να κατεβάσουμε τις παλαιστινιακές σημαίες και να πάμε σπίτια μας. Τον λόγο, τώρα, τον έχουν οι «διαπραγματευτές» και όχι οι απεργίες και οι δρόμοι. 

Γι’ αυτό η Μελόνι έτρεξε να αγκαλιάσει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, τον Τραμπ και το «Σχέδιο» του. Το ίδιο και όλοι από τη Δύση μέχρι τα καθεστώτα του Κόλπου. 

Το Ισραήλ κάνει τα πάντα για να δείξει, συνεχίζοντας τους βομβαρδισμούς, πόσο ψεύτικη είναι η «ειρήνη» που υπόσχεται ο Τραμπ. Η κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και η «εξαγωγή του παραδείγματος» των «γενικών απεργιών για την Παλαιστίνη» σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη είναι ο μόνος τρόπος για να τελειώνουμε με την βαρβαρότητα της γενοκτονίας, με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και τους πολέμους. 

Ο Τόνι Κλιφ έλεγε ότι «η απελευθέρωση της Παλαιστίνης περνάει μέσα από το Κάιρο». Και από το Κάιρο αλλά και από τη Ρώμη, το Παρίσι, τη Μαδρίτη, το Λονδίνο, την Αθήνα, την Νέα Υόρκη, το Τόκυο, το Σίνδευ.