Η Γαλλία συγκλονίστηκε από το κίνημα "Να τα μπλοκάρουμε όλα".
Ο Denis Godard μεταφέρει την εμπειρία.
Στις 16 Οκτωβρίου, η νέα γαλλική κυβέρνηση γλίτωσε παρά λίγο την ανατροπή της μετά από συζήτηση για ψήφο εμπιστοσύνης στο κοινοβούλιο. Αλλά αυτό είναι μάλλον θέμα χρόνου να συμβεί. Είναι ήδη η τέταρτη κυβέρνηση που καταρρέει σε λιγότερο από ένα χρόνο. Η προηγούμενη άντεξε μόνο λίγες ώρες και έπεσε πριν καν προλάβει να συγκροτηθεί.
Αυτή η κυβερνητική αστάθεια είναι αναμφίβολα η πιο θεαματική (από πλευράς μέσων μαζικής ενημέρωσης!) πτυχή της πολιτικής κρίσης στη Γαλλία. Ωστόσο, δεν είναι αυτή που θα μας απασχολήσει εδώ.
Πρώτον, επειδή αυτή η αστάθεια δεν είναι παρά η συνέπεια και η έκφραση της αδυναμίας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να συγκρατήσει τις αντιφάσεις του καπιταλισμού και, πρωτίστως, τους ταξικούς ανταγωνισμούς.
Μακροπρόθεσμα, υπάρχουν μόνο δύο πιθανές διέξοδοι από τις αναταραχές του κοινοβουλευτικού συστήματος: η αντικατάστασή του από ένα αυταρχικό σύστημα, το οποίο πιθανότατα θα έχει τη μορφή του φασισμού, ή από ένα σύστημα εργατικών συμβουλίων στους χώρους εργασίας και τις γειτονιές και την ανατροπή του καπιταλισμού.
Γι' αυτό μας ενδιαφέρει στην τρέχουσα φάση το γεγονός ότι οι τελευταίες αναταράξεις της κρίσης προκλήθηκαν από μια έξαρση των αγώνων, αγώνες που όχι μόνο επιβλήθηκαν στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, αλλά έφεραν στο προσκήνιο τα πρώτα σημάδια μιας εναλλακτικής ηγεσίας.
Αυτό απαιτεί να αντιμετωπίσουμε με διαύγεια τα όρια και τα διακυβεύματα αυτής της κατάστασης, προκειμένου να προωθήσουμε πολύ πιο γρήγορα την ανάπτυξη μιας επαναστατικής οργάνωσης.
Να τα μπλοκάρουμε όλα!
Κάθε χρόνο, από τα μέσα Ιούλη, η Γαλλία συνήθως βυθίζεται για πολλές εβδομάδες του καλοκαιριού σε ένα είδος πολιτικής και κοινωνικής εκεχειρίας.
Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος για τον οποίο ο πρωθυπουργός, François Bayrou, επέλεξε την 15η Ιούλη για να ανακοινώσει ένα σχέδιο προϋπολογισμού που ήταν μια πραγματική κήρυξη κοινωνικού πολέμου.
Η πολιτική αντίδραση ήταν άμεση και αναμενόμενη: η Αριστερά διαμαρτυρήθηκε, όπως και τα συνδικάτα... αλλά υπολόγιζε να φύγει για διακοπές και δεν πρότεινε τίποτα.
Η έκπληξη θα ερχόταν από αλλού. Μέσα σε λίγες μέρες, στα κοινωνικά δίκτυα, ένα μήνυμα διαδόθηκε και έγινε viral με ένα σύνθημα - «μπλοκάρουμε τα πάντα» - και μια ημερομηνία κινητοποίησης - τις 10 Σεπτέμβρη.
Η προέλευση της έκκλησης –μια άγνωστη μικρή ομάδα συνδεμένη με την ακροδεξιά– και το αρχικό της περιεχόμενο (έκκληση για να μην κυκλοφορούμε!) γρήγορα περνούν σε δεύτερη μοίρα, καθώς το περιεχόμενό της εξελίσσεται ριζικά. Εικόνες αρχίζουν να κυκλοφορούν σε όλα τα δίκτυα των ακτιβιστών, εκκλήσεις για μποϊκοτάζ της οικονομίας, για απεργίες, για καταλήψεις.
Το καλοκαίρι ζωντανεύει. Διάφορες τάσεις και πολιτικά δίκτυα που συνδέονται με το αυτόνομο κίνημα και την ριζοσπαστική αριστερά υιοθετούν επίσης την έκκληση. Είναι σημαντικό ότι ένα από τα πρώτα οργανωμένα δίκτυα που συμμετέχει είναι η αντιρατσιστική συμμαχία Marche des Solidarités με τις συλλογικότητες των μεταναστών χωρίς χαρτιά (sans-papiers) στην περιοχή του Παρισιού.
Ενώ ο κυρίαρχος Τύπος και ορισμένα ρεύματα της αριστεράς υποβαθμίζουν την εκπληκτική επιτυχία της έκκλησης στα κοινωνικά δίκτυα, η Marche des Solidarités εξηγεί ότι πρόκειται για μια ταξική αντεπίθεση και ότι «είμαστε μέσα». Πάνω σ’ αυτή τη βάση, η Marche des Solidarités υποστηρίζει την ανάγκη να συνδυαστούν τα αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη με αυτά για ισότητα δικαιωμάτων και κατά του ρατσισμού.
Συνδικάτα και συνελεύσεις
Τον Αύγουστο το φαινόμενο θα ενταθεί. Ένα ποιοτικό άλμα θα επιτευχθεί όταν τα συνδικάτα ορισμένων τομέων –χημικής βιομηχανίας, εμπορίου, ενέργειας– εντάσσονται στο κίνημα, ενάντια στη θέση των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Κινήσεις γίνονται επίσης από την πλευρά των σιδηροδρομικών, της εκπαίδευσης και των νοσοκομείων.
Στα μέσα Αυγούστου, ο ηγέτης της France Insoumise, Jean-Luc Mélenchon, καλεί να υποστηριχθεί το κίνημα.
Αυτό είναι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει. Εν μέσω καλοκαιριού, οργανώνονται τοπικές συνελεύσεις χωρίς καμία κεντρική προώθηση. Συνελεύσεις θα καταγραφούν σε 150 δήμους, με τη συμμετοχή περισσότερων από 15.000 ατόμων.
Το γενικό περιεχόμενο που κυκλοφορεί παντού είναι σαφές –και γίνεται όλο και πιο σαφές: η επίθεση της κυβέρνησης είναι μια ταξική επίθεση, μια επίθεση των πλουσίων εναντίον των φτωχών, των εργοδοτών εναντίον των εργαζομένων.
Όσοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την αμφιβολία σχετικά με τις απαρχές του κινήματος και την ακροδεξιά για να αποστασιοποιηθούν από αυτό, απογοητεύονται: αρχικά σιωπηλή η Εθνική Συσπείρωση, το κόμμα της Μαρίν Λεπέν, αρχίζει από τον Αύγουστο να καταγγέλλει το κίνημα ως υπεύθυνο για «αναταραχές».
Έτσι, χωρίς πραγματικά οργανωμένη υποστήριξη, από τα τέλη Αυγούστου το κίνημα κέρδισε εθνικό ακροατήριο. Βρισκόμαστε ακόμα σε μια στιγμή που οι συνδικαλιστικές ηγεσίες –όπως η Sophie Binet, εθνική ηγέτης της CGT– συνεχίζουν να καταγγέλλουν μια «πολύ θολή» κινητοποίηση.
Όμως, στις οικογένειες, στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, όλοι μιλούν γι' αυτό και μια δημοσκόπηση δείχνει ότι το 63% του πληθυσμού υποστηρίζει το κάλεσμα για «πλήρη μπλοκάρισμα» στις 10 Σεπτέμβρη. Η κυβέρνηση βρίσκεται σε δύσκολη θέση.
Η κυβέρνηση ανησυχεί
Από τις αρχές Αυγούστου, η κυβέρνηση άρχισε να ανησυχεί. Ο πρωθυπουργός François Bayrou ζήτησε από τις υπηρεσίες πληροφοριών της αστυνομίας να συντάξουν αναφορές σχετικά με την εξέλιξη του κινήματος.
Το γεγονός ότι το περιεχόμενο αυτών των αναφορών κοινοποιήθηκε τόσο γρήγορα στους δημοσιογράφους λέει πολλά για τις εσωτερικές εντάσεις που επικρατούν στις δυνάμεις της εξουσίας.
Από τις 20 Αυγούστου, οι εκθέσεις αναφέρουν ότι η κινητοποίηση δεν περιορίζεται στα κοινωνικά δίκτυα και ότι «ο αριθμός των προπαρασκευαστικών συναντήσεων αυξάνεται». Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, οι εκθέσεις αυτές σημειώνουν ότι «λόγω έλλειψης ηγετών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, και παρά μια πληθώρα ιδεών, οι ακτιβιστές εξακολουθούν να αγωνίζονται για να οργανωθούν και να προγραμματίσουν δράσεις μεγάλης κλίμακας».
Σε σημειώσεις που αποκαλύφθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης στις αρχές Σεπτέμβρη, οι τοπικές υπηρεσίες πληροφοριών αναφέρουν ότι η κινητοποίηση πραγματοποιείται πλέον «μέσω συναντήσεων και γενικών συνελεύσεων όπου οι άνθρωποι συναντιούνται και ανταλλάσσουν απόψεις». Αυτού του είδους οι συγκεντρώσεις θα πραγματοποιούνται «παντού, σε χωριά και όχι μόνο στις μεγάλες πόλεις» και ο καθένας «εκφράζει τις ιδέες του». «Πάει προς όλες τις κατευθύνσεις», σημειώνουν. «Είναι ένα οριζόντιο κίνημα, δεν υπάρχει αρχηγός, ο καθένας κάνει ό,τι θέλει».
Ωστόσο, αυτές οι αναφορές αρχίζουν να εκτιμούν το μέγεθος του φαινομένου και αναμένουν τη κινητοποίηση 100.000 διαδηλωτών στις 10 Σεπτεμβρίου.
Η άρχουσα τάξη θυσιάζει τον Μπαϊρού
Τη Δευτέρα 25 Αυγούστου, ο Φρανσουά Μπαϊρού ανακοίνωσε ότι θα συγκαλέσει έκτακτη συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης για να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης για τις γενικές αρχές του προϋπολογισμού του. Αυτή η ανακοίνωση χαρακτηρίστηκε παντού ως «πολιτική αυτοκτονία». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια παραίτηση που δεν λέει το όνομά της.
Από το βράδυ της Δευτέρας, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Το RN (Εθνική Συσπείρωση) και όλη η κοινοβουλευτική αριστερά, από τη France Insoumise έως το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ανακοινώνουν ότι δεν θα ψηφίσουν την εμπιστοσύνη. Η κυβέρνηση θα πέσει λοιπόν.
Τι μπορεί να εξηγήσει μια τέτοια επιλογή εκ μέρους του πολιτικού εκπροσώπου της άρχουσας τάξης; Όπως είναι γνωστό, η άρχουσα τάξη αγαπά την πολιτική σταθερότητα για την κυριαρχία της. Τίποτα δεν διαταράσσει περισσότερο τις χρηματοπιστωτικές αγορές από την αβεβαιότητα. Έπιπλέον, η πτώση της κυβέρνησης έχει ένα άλλο κόστος όταν προκύπτει από την πίεση του κινήματος. Προωθεί την ιδέα ότι «ο δρόμος μπορεί να αποφασίσει». Κι όμως! Δεν ήταν καν η κινητοποίηση του κινήματος που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης. Ήταν αρκετή και μόνο η απειλή της!
Αυτό που φοβάται η άρχουσα τάξη, στα τέλη Αυγούστου, είναι ότι η 10η Σεπτέμβρη θα είναι η αρχή ενός κινήματος σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητου, δύσκολα ελεγχόμενου και ικανού να ριζοσπαστικοποιηθεί γρήγορα. Εκείνη τη στιγμή, η άρχουσα τάξη προτιμά την κυβερνητική αστάθεια από τον κίνδυνο ενός κινήματος που αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα. Προκειμένου να τον εξουδετερώσει, η πτώση της κυβέρνησης επιχειρεί να επαναφέρει την κρίση στο θεσμικό πεδίο, στο πεδίο των διαμαχών και των διαπραγματεύσεων μεταξύ των κομμάτων, στο πεδίο των εκλογικών προοπτικών. Ελπίζει ότι η προσοχή της κοινής γνώμης θα απομακρυνθεί από τους δρόμους και θα στραφεί στα πολιτικά παιχνίδια.
Η ψηφοφορία εμπιστοσύνης θα πραγματοποιηθεί λοιπόν δύο ημέρες πριν από τις 10 Σεπτέμβρη!
Και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες ανησυχούν. Η πίεση αυξάνεται. Η κοινή Διασυνδικαλιστική ένωση που ηγήθηκε του κινήματος για τις συντάξεις του 2023 είχε προγραμματίσει να συνεδριάσει στις αρχές Σεπτέμβρη. Επιταχύνει τις κινήσεις της και συνεδριάζει στις 29 Αυγούστου.
Η κινητοποίηση για τις 10 Σεπτεμβρίου ξεφεύγει εντελώς από τον έλεγχό της, αλλά για να τον ανακτήσει πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλία. Χάρη στο κίνημα για τις συντάξεις του 2023, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είχε επιβάλει την παρουσία της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους εργοδότες και το κράτος. Ωστόσο, αυτή η παρουσία μπορεί να διατηρηθεί μόνο αν αποδείξει ότι έχει τον έλεγχο των κοινωνικών κινημάτων. Ότι μπορεί να τα ξεκινήσει, να τα περιορίσει... και να τα σταματήσει.
Πρέπει λοιπόν να καλέσει σε μια εθνική ημέρα δράσης. Στα τέλη Αυγούστου, κυκλοφορεί η φήμη ότι το σχέδιό της είναι να καλέσει για τις 24 Σεπτέμβρη. Αλλά η πίεση είναι τέτοια που τελικά θα καλέσει σε εθνική ημέρα δράσης στις 18 Σεπτέμβρη, μια εβδομάδα μετά τις 10.
Σχετικά με την ίδια την 10η Σεπτέμβρη, η Διασυνδικαλιστική δεν μπόρεσε να συμφωνήσει σε μια κοινή στρατηγική. Η πίεση είναι τέτοια που οι ηγεσίες της CGT και της Solidaires, των πιο «μαχητικών» συνδικάτων, δεν μπορούν να αποστασιοποιηθούν εντελώς. Λίγες μέρες πριν από τις 10 Σεπτέμβρη καλούν να συμμετέχουν.
Η επιτυχία της 10ης Σεπτεμβρίου
Παρά την πτώση του Μπαϋρού –και, ως εκ τούτου, του σχεδίου προϋπολογισμού που είχε δώσει αφορμή για να βγει το κίνημα– και παρά τους ελιγμούς των συνδικαλιστικών ηγεσιών, η μέρα κινητοποίησης της 10ης Σεπτέμβρη θα είναι επιτυχής.
Το πρωί της 10ης Σεπτέμβρη πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες δράσεις σε όλη τη χώρα: απεργιακές φρουρές μπροστά από νοσοκομεία, αμαξοστάσια λεωφορείων, πλατφόρμες logistics, ναυπηγεία (St Nazaire, La Ciotat), διυλιστήρια, λύκεια. Επίσης μπλοκαρίσματα στις περιφερειακές οδούς γύρω από τις μεγάλες πόλεις (ο περιφερειακός δρόμος του Παρισιού) ή στα διόδια των αυτοκινητοδρόμων, εισβολή σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, διάφορες ενέργειες επιβράδυνσης της κυκλοφορίας, ενέργειες μποϊκοτάζ καταστημάτων σε αλληλεγγύη με τη Γάζα, ενέργειες σε σούπερ μάρκετ... Ακόμη και η Όπερα του Παρισιού βρίσκεται σε απεργία!
Από την πλευρά του, ο υπουργός Εσωτερικών ανακοίνωσε τα μέτρα που θα ληφθούν. Πάνω από 80.000 χωροφύλακες και αστυνομικοί έχουν κινητοποιηθεί με θωρακισμένα οχήματα και drones. Τα μπλοκαρίσματα, που δέχονται επιθέσεις από την αστυνομία παντού, δεν θα αντέξουν.
Υπήρξαν δράσεις κάθε είδους σε όλη την επικράτεια. Ακόμα κι αν η απεργία δεν είναι μαζική σε συνολικό επίπεδο, απεργίες και πικετοφορίες πραγματοποιήθηκαν σε πολλούς τομείς, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο, χωρίς την υποστήριξη των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Οι διαδηλώσεις συγκέντρωσαν 250.000 διαδηλωτές σε όλη τη χώρα! Έτσι, είχαμε 60.000 διαδηλωτές στη Μασσαλία, 30.000 στην Τουλούζη, το Μπορντό, τη Γκρενόμπλ, 15.000 στη Ρεν, 13.000 στη Λυών, 10.000 στη Νάντη και το Μονπελιέ!
Στο Παρίσι, δείγμα της αυτοοργανωμένης αλλά μη συγκεντρωμένης φύσης του κινήματος και του χαμηλού ενθουσιασμού των συνδικαλιστικών ηγεσιών, δεν οργανώθηκε καμία διαδήλωση στις 10 Σεπτέμβρη. Την τελευταία στιγμή, τα συνδικάτα κάλεσαν τελικά σε συγκέντρωση στο κέντρο του Παρισιού νωρίς το απόγευμα.
Το πρωί, πραγματοποιούνταν δράσεις και πικετοφορίες στις γειτονιές. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέλαβαν τους δρόμους σε όλο το κέντρο του Παρισιού μέχρι τις λαϊκές συνοικίες. Το απόγευμα ανακοινώθηκαν δύο ακόμη σημεία συγκέντρωσης, το ένα στο βόρειο Παρίσι με πρωτοβουλία συνελεύσεων, αυτόνομων ρευμάτων και της ριζοσπαστικής αριστεράς και το άλλο με πρωτοβουλία της Marche des Solidarités και των συλλογικοτήτων των χωρίς χαρτιά στην πλατεία της Δημοκρατίας –παραδοσιακό σημείο εκκίνησης των διαδηλώσεων. Το βράδυ, πάνω από 10.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία στο βόρειο Παρίσι για μια γιγαντιαία συνέλευση.
Στη γειτονιά μου, στο 20ό διαμέρισμα του Παρισιού, η κινητοποίηση ξεκίνησε στις 5:30 το πρωί: 200 άτομα ήρθαν να υποστηρίξουν την απεργιακή φρουρά στο τοπικό αμαξοστάσιο λεωφορείων, η οποία τελικά δέχτηκε επίθεση από την αστυνομία. Την ίδια ώρα, εκατοντάδες άλλοι πήγαν στις πύλες του Παρισιού για να προσπαθήσουν να μπλοκάρουν τον περιφερειακό δρόμο. Στη συνέχεια, στις 7:30, δύο λύκεια μπλοκαρίστηκαν με τη βοήθεια των εργαζομένων του σταθμού λεωφορείων και των υποστηρικτών τους. Μια απόπειρα να μπλοκαριστούν οι μεγάλες αρτηρίες της γειτονιάς τελικά διαλύθηκε βίαια από την αστυνομία. Στη συνέχεια, όλοι συγκεντρώθηκαν για μια απεργιακή φρουρά και μια συνέλευση μπροστά από το νοσοκομείο της περιοχής. Στο τέλος της συνέλευσης, εκατοντάδες άτομα ξεκίνησαν μια αυθόρμητη διαδήλωση διασχίζοντας το Παρίσι για να ενωθούν με τις συγκεντρώσεις.
18 Σεπτέμβρη
Η επιτυχία της 10ης Σεπτέμβρη θα χρησιμεύσει ως εφαλτήριο για την ημέρα που ανακοίνωσαν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες. Στο δημοτικό διαμέρισμα μου, επαναλαμβάνεται η ίδια οργάνωση όπως για τις 10 Σεπτέμβρη, με μια συνέλευση στο δρόμο κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και την ίδια διαδρομή (αμαξοστάσιο λεωφορείων, λύκεια, νοσοκομείο) την ημέρα της απεργίας. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο αριθμός των συμμετεχόντων αυξάνεται. Περισσότεροι απεργοί και περισσότεροι διαδηλωτές. Στις διαδηλώσεις, όπως και στις 10 Σεπτέμβρη, η παλαιστινιακή σημαία είναι πανταχού παρούσα.
Το γεγονός ότι η απεργία προκηρύχθηκε από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες δεν μετριάζει την καταστολή: οι απεργιακές φρουρές δέχονται βίαιες επιθέσεις από την αστυνομία. Αλλά αυτή τη φορά υπάρχουν πάνω από 1 εκατομμύριο διαδηλωτές σε ολόκληρη τη χώρα. Στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, 50.000 από τους 140.000 εργαζόμενους απεργούν. Η απεργία είναι πολύ ισχυρή στους τομείς της εκπαίδευσης, των μεταφορών, του πολιτισμού, της χημείας... Η Όπερα του Παρισιού απεργεί ξανά! Εν ολίγοις, μεγαλύτερη επιτυχία στους τομείς που ήταν πιο συνδεδεμένοι με το κίνημα της 10ης Σεπτέμβρη!
Πρώτα συμπεράσματα
1. Η εξέγερση είναι εφικτή
Ξέρουμε ότι υπάρχουν εμπόδια στις κινητοποιήσεις και τις μαζικές απεργίες. Αγωνιστικές παραδόσεις έχουν χαθεί. Αλλά είναι ακριβώς ο αγώνας που επιτρέπει πάλι το κτίσιμό τους. Μια απεργία όταν προετοιμάζεται, σε κάθε χώρο εργασίας, σε κάθε γειτονιά, μπορεί να πείσει, να δώσει αυτοπεποίθηση, να κινητοποιήσει.
Αυτό που δείχνει η αυθόρμητη και μαζική ανταπόκριση στο κάλεσμα για «Να μπλοκάρουμε τα πάντα» είναι ότι το πρόβλημα είναι κυρίως υποκειμενικό. Όταν υπάρχει η πρωτοβουλία, ακόμα και αν είναι μειοψηφική, αν αποκρυσταλλώνει την υπάρχουσα οργή, μπορεί να μετατραπεί σε κίνημα. Αν υπάρχει η βούληση να νικήσουμε και να οργανώσουμε τα βήματα για να το πετύχουμε, είναι εφικτό. Το παράδειγμα της κινητοποίησης αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη στην Ιταλία το επιβεβαιώνει.
2. Χρειάζεται μια εναλλακτική ηγεσία
Πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στις πολιτικές των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Μετά την ημέρα της 18ης Σεπτέμβρη, που έδειξε όλες τις δυνατότητες και ενώ η πολιτική κρίση μαίνονταν στην κορυφή, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες έκαναν το κίνημα να μπει σε αναμονή. Όλη η προσοχή μεταφέρθηκε στο θεσμικό πεδίο και στο θέαμα των πολιτικών ελιγμών.
Στις 7 Οκτώβρη η νέα κυβέρνηση κατέρρευσε από μόνη της. Λίγες μέρες αργότερα, ο ίδιος πρωθυπουργός που είχε παραιτηθεί ανέλαβε να σχηματίσει μια άλλη κυβέρνηση, αλλά κυρίως να βρει μια συμφωνία... με το Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Το ζήτημα της κατάργησης της αντιδραστικής μεταρρύθμισης των συντάξεων που είχε ψηφιστεί το 2023 επανήλθε στο προσκήνιο (ως μέσο διαπραγμάτευσης με το ΣΚ), και αυτό σήμανε ότι άνοιξε ο δρόμος για μια αποφασιστική επίθεση των συνδικάτων.
Ωστόσο, οι ηγέτες των συνδικάτων παρέμειναν σιωπηλοί. Χρειάστηκε να περιμένουμε να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης η κυβέρνηση Λεκορνί για να ακούσουμε τη Sophie Binet, ηγέτη της CGT, να ανακοινώνει μια ημέρα κινητοποίησης... των συνταξιούχων στις 6 Νοεμβρίου.
Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες αποτελούν εμπόδιο στον δρόμο του αγώνα και της επανάστασης. Αυτό πρέπει να το εξηγούμε συνεχώς, αλλά η καταγγελία πρέπει να συνοδεύεται από πρωτοβουλίες και την πρόταση μιας εναλλακτικής λύσης.
3. Αυτή η εναλλακτική λύση είναι εφικτή
Αυτό που έδειξε η 10η Σεπτέμβρη είναι ότι αυτή η εναλλακτική λύση είναι εφικτή. Η 10η Σεπτέμβρη έδειξε πράγματι ότι υπήρχαν οι δυνάμεις για να χτιστεί ένα μαζικό κίνημα από τα κάτω.
Η «αυθόρμητη» εμφάνιση του κινήματος μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχε πολιτική παρέμβαση. Πολύ γρήγορα, ο πυρήνας του κινήματος «Bloquons tout» (Ας μπλοκάρουμε τα πάντα) σχηματίστηκε από ακτιβιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς, συνδικαλιστές, μέλη αυτόνομων ρευμάτων, ακτιβιστές διαφόρων ρευμάτων της επαναστατικής τροτσκιστικής και μαοϊκής αριστεράς, μέλη της France Insoumise... Γενικά, είναι αυτοί που αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία για συναντήσεις και συνελεύσεις, ώστε να μην παραμείνουν στο εικονικό κόσμο των κοινωνικών δικτύων. Τοπικές συνελεύσεις πραγματοποιήθηκαν σε όλη την επικράτεια (πόλεις ή γειτονιές) και συνελεύσεις επίσης σε ορισμένους εργατικούς κλάδους (πολιτισμός, εκπαίδευση, υγεία, κοινωνική εργασία...). Συνελεύσεις ακόμη και σε μέρη όπως η La Défense στο Παρίσι σε σχέση με την απεργιακή φρουρά του μεγαλύτερου κέντρου logistics της Amazon στην περιοχή του Παρισιού.
Μια μελέτη που έγινε από έναν κοινωνιολόγο τον Αύγουστο επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα: το 69% των εμπλεκόμενων ψήφισαν τον Mélenchon στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2022. Αυτό προκύπτει και από τις εκθέσεις της αστυνομίας, η οποία σημειώνει –με το δικό της λεξιλόγιο– ότι το κίνημα «άλλαξε κατεύθυνση» από την έναρξή του, με «την ανάληψη της ηγεσίας από την ακροαριστερά και την υπεραριστερά».
4. Επαναστατική οργάνωση
Για να ξεδιπλωθείί αυτή η εναλλακτική λύση και να είναι σε θέση να διαδραματίσει τον ρόλο της, να καταπολεμήσει την πολιτική των συνδικαλιστικών ηγεσιών, να μην αφήσει να την κυριαρχήσει η εκλογική ατζέντα των ρεφορμιστικών ηγεσιών, πρέπει να αναπτυχθεί γρήγορα, πολύ γρήγορα, μια επαναστατική οργάνωση.
Αυτό προϋποθέτει έναν πολιτικό αγώνα.
• Για να πείσουμε για την κεντρικότητα του ταξικού ζητήματος και τη σημασία της απεργίας, όχι μόνο για να μπλοκάρουμε την οικονομία, αλλά και ως μέσο οργάνωσης, χειραφέτησης και συλλογικής εξουσίας. Όχι για να περιοριστούμε στον οικονομικό αγώνα, αλλά για να ενώσουμε την τάξη μας γύρω από πολιτικούς αγώνες, πρώτα απ' όλα ενάντια στον ρατσισμό, τον φασισμό και τον πόλεμο.
• Για να αναδείξουμε την ανωτερότητα της επαναστατικής πολιτικής, όχι σε αντιπαράθεση με τις οργανώσεις του κινήματος, αλλά για να τις οικοδομήσουμε με τον ευρύτερο και πιο περιεκτικό τρόπο. Η πολιτική κρίση δεν έχει τελειώσει. Το κοινό για τις επαναστατικές ιδέες είναι τεράστιο. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο.
