Οι μαθητές παλεύουν μαζί με τους εκπαιδευτικούς.
Ο Σεραφείμ Ρίζος, εκπαιδευτικός, γράφει για τη συστηματική επίθεση στη δημόσια Παιδεία και προβάλλει τις αντιστάσεις.
Ο Alex Callinicos, στο βιβλίο του «Η νέα εποχή της καταστροφής»,1 διακρίνει τρεις διαστάσεις ερμηνείας του νεοφιλελευθερισμού. Η πρώτη αφορά στην ιδεολογία. Η δεύτερη στην επαναβεβαίωση της καπιταλιστικής ταξικής εξουσίας και η τρίτη ως καθεστώς οικονομικής πολιτικής. Και τα τρία αυτά στοιχεία ενυπάρχουν στην εκπαιδευτική στρατηγική των ταγών του νεοφιλελευθερισμού, που προσέβλεπε στη δημιουργία ενός «ελεύθερου, ανταγωνιστικού συστήματος ιδιωτικής εκπαίδευσης».
Η συγκεκριμενοποίηση αυτής της στρατηγικής κινήθηκε σε παράλληλους και αλληλοτροφοδοτούμενους άξονες: Τη δραστική περικοπή των δημόσιων δαπανών. Την άμεση ή έμμεση ιδιωτικοποίησή τμημάτων της εκπαίδευσης καθώς και των δομών και υπηρεσιών που τη στηρίζουν, ώστε να δημιουργηθούν νέες επενδυτικές ευκαιρίες για το κεφάλαιο. Τον προσανατολισμό των σπουδών στις ανάγκες κερδοφορίας του κεφαλαίου και την προσαρμογή του περιεχομένου των μαθημάτων στο ιδεολογικό πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού. Η γνώση έπρεπε να μετατραπεί σε εμπόρευμα και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σχολεία και Πανεπιστήμια, να λειτουργούν ως ανταγωνιστικές μεταξύ τους επιχειρήσεις που παράγουν αγαθά μετρήσιμης αξίας. Το μορφωτικό αγαθό παύει να είναι κοινωνική υποχρέωση, προορισμένη να αποδοθεί σε όλους. Η πρόσκτησή του αποτελεί, πλέον, ατομική ευθύνη και επένδυση. Ικανή και αναγκαία συνθήκη για όλα αυτά ήταν η άρση του ελέγχου της εκπαιδευτικής διαδικασίας από τους άμεσους λειτουργούς της, εκπαιδευτικούς και εκπαιδευόμενους και η περιστολή των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.
Η υλοποίησή αυτού του αντιδραστικού οράματος για την εκπαίδευση δεν πήρε ταυτόχρονα όμοια χαρακτηριστικά σε όλες της χώρες, απέκτησε, όμως μια διεθνή δυναμική. Κύριος φορέας της ήταν τα πολιτικά προγράμματα σκληρών δεξιών και συντηρητικών κυβερνήσεων. Δεν ήταν τμήμα μιας απελευθερωτικής διαδικασίας, διεύρυνσης των ατομικών δικαιωμάτων, όπως ισχυρίζονταν οι εμπνευστές της, αλλά στυγνή καταπάτησή τους, που σε ορισμένες περιπτώσεις επιβλήθηκε με τις ερπύστριες των τανκς. Στη Χιλή του Πινοσέτ, η δωρεάν Παιδεία καταργήθηκε, εν μία νυχτί και θεσπίστηκαν δίδακτρα, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, το ύψος των οποίων, σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνούσε τους κατώτερους μισθούς. Στο Ιράκ, κατά τη διάρκεια της κατοχικής κυβέρνησης Μπρέμερ, ένα από τα καλύτερα δημόσια εκπαιδευτικά συστήματα της περιοχής, αφού καταστράφηκε με τους βομβαρδισμούς, τις μαζικές δολοφονίες εκατοντάδων καθηγητών Πανεπιστημίου, που ακολούθησαν, τις απολύσεις χιλιάδων εκπαιδευτικών, επανασχεδιάστηκε, σύμφωνα με τους όρους της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Δεν ήταν, όμως, μόνο τα δεξιά κόμματα που υλοποίησαν τις επιθέσεις ενάντια στη δημόσια εκπαίδευση. Τα σοσιαλδημοκρατικά και κεντροαριστερά, ρεφορμιστικά κόμματα είτε βρέθηκαν στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, στάθηκαν ανίκανα και απρόθυμα να διαμορφώσουν μια συνολική εναλλακτική στρατηγική υπεράσπισης του δημόσιου Σχολείου και Πανεπιστημίου και έγιναν μέρος του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Στη Βρετανία ήταν η κυβέρνηση των Νέων Εργατικών του Μπλερ που επέβαλε δίδακτρα στα Πανεπιστήμια το 2003 και καθιέρωσε, στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ένα σκληρά ελιτίστικο και ταξικό αναλυτικό πρόγραμμα, που διαχωρίζει τους μαθητές σε ξεχωριστές κατευθύνσεις, ανάλογα με τις σχολικές επιδόσεις τους, από τα 14 τους χρόνια.
Στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, από την περίοδο της κυβέρνησης του πατρός Μητσοτάκη, η αστική τάξη κάνει επίμονες και διαρκείς προσπάθειες να προσαρμόσει την εκπαίδευση στα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Σε αυτές δεν έχει πρωταγωνιστήσει μόνο η Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ ήταν αυτό που παρείχε την αναγκαία νομιμοποίηση στην νεοφιλελεύθερη ατζέντα, για την εκπαίδευση, αναλαμβάνοντας την υλοποίησή της, κυρίως με τη «μεταρρύθμιση Αρσένη» στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων των μνημονίων, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, επί υπουργίας Διαμαντοπούλου. Χωρίς τη συμβολή του ΠΑΣΟΚ, μέτρα όπως το κλείσιμο του 14% των Δημοτικών Σχολείων δεν θα ήταν δυνατό να υλοποιηθούν. Αντίστοιχα και ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και αρχικά ακύρωσε ορισμένες από τις πλέον αντιδημοφιλείς διατάξεις των πρώτων μνημονιακών χρόνων, στη συνέχεια, διατήρησε όλο το νεοφιλελεύθερο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και το 2019 εξαπέλυσε μία από τις πιο σκληρές επιθέσεις ενάντια στα εργασιακά δικαιώματα των νέων εκπαιδευτικών, με το «προσοντολόγιο» Γαβρόγλου, που ακύρωσε τα πτυχία χιλιάδων αδιόριστων και αναπληρωτών εκπαιδευτικών, υποχρεώνοντάς τους να καταφύγουν στην εμπορευμαποιημένη αγορά των μεταπτυχιακών τίτλων, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια θέση εργασίας στο απροσδιόριστο μέλλον.
Παρόλο που οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατάφεραν πλήγματα στο σώμα της δημόσιας εκπαίδευσης, δεν είχαν κατορθώσει να αναιρέσουν τον χαρακτήρα της και τον προσανατολισμό της. Η επιστροφή της ΝΔ στην εξουσία το 2019 και η επανεκλογή της, το 2023, σήμανε κλιμάκωση των επιθέσεων με στόχο να διαλυθεί ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης και να καλύψει ο ελληνικός καπιταλισμός το χαμένο έδαφος. Σε μια κατάσταση κρίσης, απανωτών σκανδάλων, εγκλημάτων, διαφθοράς και συγκάλυψης, αυτό που αποκαλύπτει η κλιμάκωση των επιθέσεων είναι η πραγματική ουσία της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΝΔ και των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων: πλιάτσικο εις βάρος του δημόσιου πλούτου, διάλυση υποδομών, απαξίωση του εκπαιδευτικού έργου, ταξικά μεροληπτική καταστροφή των μορφωτικών δικαιωμάτων των φτωχότερων παιδιών, ανορθολογισμός και καταστολή.
Περικοπές-χτύπημα στη μόρφωση
Η προσπάθεια της κυβέρνησης ν’ αντιστραφεί το ποιος επωμίζεται το κόστος της μόρφωσης των παιδιών αποτυπώνεται στον φετινό κρατικό προϋπολογισμό. Η δαπάνη που προβλέπει για το υπουργείο Παιδείας είναι 6,7 δισ. ευρώ. Αποτελεί το 2,66% του ΑΕΠ και είναι μειωμένο σε σχέση με το περσινό (2,76%). Το ποσοστό αυτό βρίσκεται στο μισό του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ που είναι 5% του ΑΕΠ. Το άμεσο αποτέλεσμα των χαμηλών δημόσιων δαπανών είναι η αύξηση των ιδιωτικών δαπανών, δηλαδή των χρημάτων που βάζουν από την τσέπη τους οι οικογένειες των εργαζομένων. Η Ελλάδα, αν και είναι η χώρα της ΕΕ με τους χαμηλότερους μισθούς, μετά τη Βουλγαρία, καταλαμβάνει τη δεύτερη, μετά την Κύπρο, θέση στο ύψος των ιδιωτικών δαπανών για την εκπαίδευση. Από τις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε, οι ιδιωτικές δαπάνες είναι σε ποσοστό υπερτριπλάσιες από τον Μ.Ο των χωρών της ΕΕ (3,4% σε σχέση με το 1% του ευρωπαϊκού ΜΟ). Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2020 (την τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν στοιχεία) τα νοικοκυριά ξόδεψαν 3,1 δις € για «αγαθά εκπαίδευσης». Σχεδόν το μισό του φετινού κρατικού προϋπολογισμού. Σε αυτά μπορεί να προστεθεί και το στοιχείο που παρέχει το ΚΑΝΕΠ ΓΣΕΕ, σύμφωνα με το οποίο, κατά το διάστημα 2021-23, είχαμε αύξηση των φροντιστηριακών δαπανών, κατά 35%. Η πανδημία, η ακρίβεια και η καθιέρωση της Τράπεζας Θεμάτων, στο Λύκειο, είναι βασικές αιτίες γι’ αυτό. Δεν χρειάζονται ανώτερα μαθηματικά, για να καταλάβει κανείς ότι το ποσοστό της χρηματοδότησης, που υπολείπεται των δημοσίων δαπανών, φορτώνεται αυτούσιο στους γονείς.
Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι η προσπάθεια συμπίεσης του μισθολογικού κόστους. Ήδη από το 2011 η έκθεση του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση στην Ελλάδα ανέφερε: «Παρά τους χαμηλούς μισθούς, το μισθολογικό κόστος ανά μαθητή είναι υψηλότερο στην Ελλάδα από οποιαδήποτε χώρα του ΟΟΣΑ, γεγονός το οποίο υπογραμμίζει το επείγον της αντιμετώπισης του ζητήματος της τοποθέτησης των εκπαιδευτικών. Τα αποτελέσματα του διδακτικού χρόνου για τους μαθητές, του χρόνου διδασκαλίας για τους δασκάλους, αλλά κυρίως του εκτιμώμενου μεγέθους της τάξης, το οποίο είναι σαφώς χαμηλότερο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην υψηλή αναλογία μισθολογικού κόστους ανά μαθητή».2 Η διαρκής καθήλωση των μισθών των εκπαιδευτικών, η στέρηση του 13ου και 14ου μισθού, η μείωση του αριθμού των αναπληρωτών και οι καθυστερήσεις της τοποθέτησης τους, ώστε πολλοί από αυτούς να μη συμπληρώνουν τον απαραίτητο αριθμό των 175 ενσήμων, για να δικαιούνται το επίδομα ανεργίας, η πληρωμή του επιδόματος ανεργίας μέσω προπληρωμένης κάρτας συνδυάζονται με την πίεση για αύξηση της παραγωγικότητας μέσα στην κάθε τάξη και σχολείο. Από το ’11 μέχρι σήμερα η πίεση αυτή εκφράζεται με αύξηση του ωραρίου στους καθηγητές, ανάθεση στους εκπαιδευτικούς ολοένα και περισσότερων εξωδιδακτικών καθηκόντων, μείωση τμημάτων και αύξηση των μαθητών ανά τμήμα και κλεισίματα σχολείων. Δεν είναι η υπογεννητικότητα που κλείνει σχολεία, αλλά ο ΟΟΣΑ και οι κυβερνήσεις.
Η στυγνή γλώσσα των στατιστικών και των εκθέσεων μεταφράζεται, στην καθημερινή πραγματικότητα, που βιώνουμε μέσα στα σχολεία, σε δραματικές συνθήκες ακύρωσης όχι μόνο των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, αλλά και των μορφωτικών δικαιωμάτων των παιδιών. Είναι η πρώτη σχολική χρονιά που ακόμη και στις αρχές Δεκέμβρη, εκατοντάδες σχολεία δεν μπορούν να καταρτίσουν εβδομαδιαίο ωρολόγιο πρόγραμμα, λόγω των κενών σε εκπαιδευτικούς. Πανελλαδικά, ακόμη και μετά την τρίτη φάση προσλήψεων αναπληρωτών, που πραγματοποιήθηκε στα μέσα του Νοέμβρη, λείπουν από τα σχολεία 10.509 εκπαιδευτικοί. Υπολογίζεται ότι έχει καλυφθεί περίπου μόλις το 80% των θέσεων. Από αυτά τα κενά τα 7.257 βρίσκονται στην Ειδική Αγωγή. Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση δεν λειτουργούν τμήματα ένταξης, λείπουν εκπαιδευτικοί παράλληλης στήριξης, το ολοήμερο σε πολλά σχολεία υπολειτουργεί και δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί ξένων γλωσσών (Αγγλικών, Γαλλικών, Γερμανικών). Στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση σε πολλά σχολεία λείπουν ειδικότητες και από τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα (φιλόλογοι, μαθηματικοί, φυσικοί, κλπ).
Το άμεσο αποτέλεσμα της ύπαρξης των κενών είναι να χάνονται χιλιάδες διδακτικές ώρες. Η ΕΛΜΕ Ζακύνθου υπολογίζει ότι μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου έχουν χαθεί 11.470 διδακτικές ώρες. Η ΕΛΜΕ Πειραιά θεωρεί ότι με βάση τα 80 κενά που υπάρχουν σε σχολεία της περιφέρειάς της, χάνονται 1.600 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως. Οι μαθητές, στο τέλος του πρώτου τριμήνου και αφού μέχρι τώρα δεν έχουν διδαχθεί καμία ξένη γλώσσα, καλούνται να αλλάξουν επιλογή και να διδαχτούν γλώσσες που δεν έχουν επιλέξει. Οι εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα των ξένων γλωσσών, οι φιλόλογοι (και όχι μόνο αυτοί) καλούνται να καλύψουν τα κενά τρέχοντας σε περισσότερα σχολεία είτε να δουλέψουν αναγκαστικές υπερωρίες. Ένα αυξανόμενο τμήμα των εκπαιδευτικών βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης εργασιακής κόπωσης. Αιφνιδιαστικά και στη μέση της χρονιάς προχωρούν σε συμπτύξεις τμημάτων και τη δημιουργία πληθωρικών τμημάτων. Μόνο στην ΔΙΠΕ Α΄Αθήνας επιχειρούνται να γίνουν 15 συμπτύξεις. Στη ΔΙΔΕ Πειραιά υπάρχουν 286 πληθωρικά τμήματα με 25 έως 28 μαθήτριες/τές ανά τμήμα. Στη Γλυφάδα και τη Μεσσηνία, Δήμοι και ΔΙΠΕ συνενώνουν και καταργούν σχολεία.
Η ηγεσία του ΥΠΑΙΘ, αρχικά κατηγόρησε τις εγκύους εκπαιδευτικούς ως αιτία της ύπαρξης των κενών. Στη συνέχεια κατηγόρησε το σύνολο των εκπαιδευτικών ότι δεν δηλώνουν ενδιαφέρον για την κάλυψη των θέσεων. Πρόκειται για γελοιότητες που αντιστρέφουν την πραγματικότητα. Οι αναπληρώτριες εκπαιδευτικοί δεν είναι κάποιες «προνομιούχες», που συνηθίζουν να γεννούν διαρκώς παιδιά, για να μην παρουσιάζονται στο σχολείο. Είναι οι πλέον αδικημένες μητέρες σε όλο το Δημόσιο. Είναι οι μοναδικές για τις οποίες δεν ισχύει η 9μηνη άδεια ανατροφής. Δικαιούνται άδεια ανατροφής μόλις 3 μηνών και 15 ημερών και η οποία μάλιστα λήγει με την λήξη της σύμβασης, δεν μπορεί να μετατεθεί στη νέα χρονιά και οι μέρες που κρατάει εξαιρούνται από τον υπολογισμό των ημερών ασφάλισης που απαιτούνται για τη λήψη του επιδόματος ανεργίας.
Η πλειονότητα των κενών δεν βρίσκεται σε κάποια απομακρυσμένα μέρη, όπου η πρόσβαση των εκπαιδευτικών είναι δύσκολη, κάτι που πιθανόν να εξηγούσε, σε λίγες περιπτώσεις, την άρνηση τους να μεταβούν σε αυτά ούτε στα νησιά-τουριστικούς προορισμούς που η εξωφρενικά τεχνητή έλλειψη στέγης και η ακρίβεια οδηγεί τους εκπαιδευτικούς στο να αποφεύγουν να τα δηλώσουν. Βρίσκεται στο κέντρο των μεγάλων πόλεων. Στις 3 από τις 4 ΔΙΠΕ της Αθήνας τα κενά είναι πάνω από 1.350. Η ίδια εικόνα φυσικά επικρατεί και στην επαρχία. Στη ΔΙΠΕ Χανίων υπάρχουν 235 κενά. Στη Μεσσηνία πάνω από 70. Στις Κυκλάδες λείπουν 74 εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας και 57 Δευτεροβάθμιας. Στη Χίο 24 δάσκαλοι και νηπιαγωγοί και ο κατάλογος δεν έχει τέλος.
Στον τομέα της συντήρησης των κτηρίων η κατάσταση είναι εξίσου τραγική. Επισκευές που έχουν εγκριθεί παραμένουν ανολοκλήρωτες, εδώ και χρόνια, με αποτέλεσμα τα σχολεία να εξακολουθούν να αποτελούν χώρο εκδήλωσης τραυματισμών, όπως συνέβη πρόσφατα στο εσπερινό ΕΠΑΛ Ναυπάκτου, όπου τραυματίστηκε καθηγήτρια. Τα μόνα χρήματα που δόθηκαν για την επισκευή των κτηριακών εγκαταστάσεων είναι τα 400 εκ. που έδωσαν οι τέσσερεις «συστημικές» τράπεζες, με τη μορφή της χορηγίας, για την επισκευή 426 σχολείων έως το 2027. Έτσι, όχι μόνο δεν λύνονται τα προβλήματα των κτηριακών υποδομών, που εντοπίζονται σε χιλιάδες σχολεία σε όλη τη χώρα, αλλά και παγιώνεται η εξάρτηση της συντήρησης των σχολείων από την εύρεση χορηγιών. Με τον ίδιο τρόπο δεν χρηματοδοτείται ούτε η κάλυψη των λειτουργικών εξόδων των σχολείων. Στον μεγαλύτερο Δήμο της χώρας, αυτόν της Αθήνας, τα σχολεία χρηματοδοτούνται, οριζόντια, ανεξάρτητα δηλαδή της δυναμικότητάς τους, με το αστρονομικό ποσό των 400-500 € ανά τρίμηνο.
Ιδιωτικοποιήσεις
Η ναυαρχίδα των ιδιωτικοποιήσεων στην εκπαίδευση, αυτή των Πανεπιστημίων, που σύμφωνα με τους υπουργούς και τα φερέφωνά τους θα οδηγήσει στην ποιοτική αναβάθμιση των σπουδών μέσω της υποτιθέμενης δυνατότητας «ελευθερίας επιλογής» και του ανταγωνισμού, δεν είναι απλά μια ακόμη αρπαχτή, με στόχο την εφήμερη εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων. Η διαδικασία αδειοδότησής τους έχει στοιχεία φάρσας. Κανένα από τα μεγάλα Πανεπιστήμια του εξωτερικού, που υποτίθεται ότι θα έτρεχαν να ανοίξουν παραρτήματά τους στην Ελλάδα, δεν δήλωσε ενδιαφέρον. Τα ιδρύματα που αδειοδοτήθηκαν είναι κάποιες επιχειρήσεις-κολλέγια, που συνδέονται με Πανεπιστήμια του εξωτερικού, χωρίς τα ίδια ακόμη να είναι αναγνωρισμένα Πανεπιστήμια (και δεν είναι σίγουρο αν θα γίνουν κάποτε). Προς το παρόν δεν έχουν να επιδείξουν οτιδήποτε από αυτά τα στοιχεία που απαρτίζουν ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα, όπως το πρόγραμμα σπουδών τους, το διδακτικό, ακαδημαϊκό προσωπικό και το επιστημονικό ερευνητικό τους έργο. Για να διδάξει κανείς σε αυτά δεν απαιτούνται ούτε οι ελάχιστοι όροι, που απαιτούνται σε ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο (κατοχή διδακτορικού τίτλου, τουλάχιστον 3χρονη διδακτική ή ερευνητική εμπειρία σε κάποιο Πανεπιστήμιο ή ερευνητικό κέντρο κλπ). Το μόνο που έχουν ανακοινώσει, μέχρι στιγμής, είναι τα υπέρογκα δίδακτρα σπουδών που φτάνουν για τη Νομική τις 25.000€ το έτος και την Ιατρική τις 27.000€. Ωστόσο η ύπαρξή τους, θα ροκανίζει διαρκώς τα δημόσια Πανεπιστήμια, οδηγώντας τα σε μαρασμό, όπως ακριβώς γίνεται και με τα δημόσια νοσοκομεία. Σε συνδυασμό με τη διαρκή υποχρηματοδότηση, τις διαγραφές φοιτητών, τη μείωση των εισακτέων, κατά 20.000 ετησίως, λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, την καθιέρωση στο Λύκειο του Ενιαίου Απολυτηρίου, που θα φέρει τις πανελλαδικές εξετάσεις και στις τρεις τάξεις, θα οδηγήσει στο να μετατραπεί η Τριτοβάθμια εκπαίδευση σε ταξικό προνόμιο λίγων, που κατέχουν πλούτο, για να αγοράζουν, στην ουσία, τίτλους σπουδών.
Ακόμη όμως και όταν το περίβλημα του σχολείου παραμένει δημόσιο, επιχειρείται η μετατροπή του σε πεδίο επιχειρηματικής κερδοφορίας. Σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης στήνεται ένα πάρτι ροής δημόσιου χρήματος σε τσέπες επιχειρηματιών που διεκδικούν μερίδιο από την πίτα των κοινοτικών κονδυλίων. Δαπανήθηκαν, για χάρη των μεγαλοεισαγωγέων 148 εκ. ευρώ, από κονδύλια της ΕΕ, για να τοποθετηθούν, μέσα σε αίθουσες που πέφτουν οι σοβάδες, 36.000 διαδραστικοί πίνακες και 548 εκ. ευρώ για το λεγόμενο «Ψηφιακό Σχολείο». Με τον ίδιο τρόπο πρόκειται να δοθούν 4 εκ. ευρώ για είδη πλεκτικής και άλλα 8,5 εκ. ευρώ για τοποθέτηση ντουλαπιών για να αποθηκεύονται. Άλλα 30 εκ. ευρώ δίνονται στους μεγάλους φροντιστηριακούς-εκδοτικούς ομίλους για το πολλαπλό βιβλίο. Η προσπάθεια διαμόρφωσης πολλών τύπων σχολείων, με τη λειτουργία των Ωνάσειων, των Πρότυπων-Πειραματικών και την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας, συν τοις άλλοις αποσκοπεί στη δημιουργία υποδοχών για την απορρόφηση κονδυλίων. Με το πρόσχημα της καινοτομίας, ορισμένα σχολεία θα εφαρμόζουν χρηματοδοτούμενα προγράμματα, τα οποία θα διαχειρίζονται, φυσικά, ιδιώτες, ενώ η μεγάλη μάζα των σχολείων θα ρημάζει. Το πιλοτικό πρόγραμμα «ΑΙ in schools» που θα εφαρμοστεί σε 20 σχολεία (6 Ωνάσεια και 14 ΠΠ) είναι ενδεικτικό. Το θράσος τους έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ετοιμάζουν ψηφιακή πλατφόρμα (EduPlan), με τη χρήση της ΑΙ, για τον «έγκαιρο» εντοπισμό των κενών στα σχολεία. Λες και αυτό που λείπει είναι ο εντοπισμός των κενών και όχι η κάλυψή τους.
Στην Ειδική Αγωγή τη στιγμή που τα ΚΕΔΑΣΥ παραμένουν υποστελεχωμένα και οι γνωματεύσεις των παιδιών, που χρειάζονται ειδική στήριξη, καθυστερούν για χρόνια, τα Ειδικά Σχολεία αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες και ο θεσμός της παράλληλης στήριξης συρρικνώνεται, η κυβέρνηση μέσω του Υπουργείου Οικογένειας χρηματοδοτεί ιδιωτικές δομές και επιχειρηματίες που σχετίζονται με την Ειδική Αγωγή. Δίνονται με τη μορφή voucher 12 εκ. ευρώ, (έως και 800 ευρώ μηνιαίως) από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, σε 2.500 παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, έχουν σύνδρομο Down, πάσχουν από νοητική αναπηρία, έχουν προβλήματα όρασης και ακοής, δυσκολίες λόγου και ομιλίας ή κινητικά προβλήματα, για να συμμετέχουν σε συνεδρίες με ιδιώτες επαγγελματίες.
Χιλιάδες γονείς καταφεύγουν στον ιδιωτικό τομέα παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών για να καλύψουν, για λογαριασμό των παιδιών τους, αυτά που αδυνατεί να τους προσφέρει το δημόσιο σχολείο. Τα ιδιωτικά κέντρα δημιουργικής απασχόλησης ξεπηδούν σαν μανιτάρια στις γειτονιές, τα κέντρα ξένων γλωσσών θησαυρίζουν και πολλοί καταφεύγουν στον θεσμό της ιδιωτικής παράλληλης στήριξης, προκειμένου το παιδί τους να έχει επιπλέον βοήθεια μέσα στην τάξη.
Αντιστάσεις
Σε συνέντευξή που έδωσε στην «Καθημερινή» ο Αντώνης Παπαδημητρίου, ο πρόεδρος του Ωνάσειου ιδρύματος, υπενθύμισε ότι από τα 22 σχολεία που σχεδιάζονταν αρχικά να μετατραπούν σε Ωνάσεια τα 12 από αυτά λειτουργούν εντός του δικτύου των ΔΗΜ.Ω.Σ., λόγω των κοινωνικών αντιδράσεων. «….υπήρξαν ισχυρές αντιδράσεις από την κοινωνία, τις οποίες σέβομαι. Δεν συμφωνώ, αλλά τις σέβομαι. Υπάρχει ένα ιδεολογικό επιστέγασμα, αλλά και μια πραγματικότητα που είναι υπολογίσιμη και μετρήσιμη. Εκδόθηκαν ψηφίσματα, “όχι στα Ωνάσεια Σχολεία”, “όχι στην ιδιωτικοποίηση της παιδείας”, “όχι στον ιδιώτη”. Στην Ελλάδα υπάρχουν 15.000 σχολεία. Εμείς θα ενισχύσουμε 22. Δεν υπάρχει λόγος να πάμε σώνει και καλά όπου δεν θέλει ο κοινωνικός περίγυρος».3 Η τελευταία υπουργική απόφαση, του περασμένου Νοεμβρίου, για τα Ωνάσεια σχολεία, όριζε, σε αντίθεση με τα περσινά πραξικοπήματα, ότι για να ενταχθεί πλέον ένα σχολείο στο δίκτυο των ΔΗΜ.Ω.Σ, πρέπει να συνυπολογίζεται και η γνώμη του Συλλόγου Διδασκόντων. Επίσης βάζει ως προϋπόθεση την ύπαρξη δυνατότητας κατανομής του μαθητικού πληθυσμού σε όμορες σχολικές μονάδες και αποκλείει την περίπτωση ένταξης ενός σχολείου στα ΔΗΜ.Ω.Σ, αν υπάρχει συστεγαζόμενη σχολική μονάδα. Ο κ. Παπαδημητρίου είναι ένας επιχειρηματίας που θέλει να κάνει απερίσπαστος τη δουλειά του. Το ΥΠΑΙΘ προσπαθεί να ελιχθεί και να κάνει τα μέτρα του πιο εύπεπτα. Και οι δύο ομολογούν, όμως, ότι το κύριο εμπόδιο τους είναι οι μεγάλες αντιστάσεις εκπαιδευτικών, γονέων και μαθητών. Όπου αυτές υπήρξαν, στην Κυψέλη, το Πέραμα, τον Εύοσμο κ.α. τα σχολεία σώθηκαν.
Οι αντιδράσεις δεν οφείλονται σε «ιδεολογικά επιστεγάσματα», αλλά στην πολιτική εμπειρία που έχει αποκτήσει ο κόσμος της εκπαίδευσης και των εργατικών γειτονιών στο να οργανώνει τις αντιστάσεις του, στη βαθιά επίγνωση της ταξικής φύσης αυτών των μέτρων καθώς και στη γνώση των διεθνών εμπειριών, από την εφαρμογή ανάλογων μέτρων. Για την ταξική φύση του θεσμού και την αποτυχία της λειτουργίας του, ας μην χρησιμοποιήσουμε τα λόγια, από τις ανακοινώσεις των ΔΣ, κάποιας ΕΛΜΕ ή ΣΕΠΕ ούτε του «Συντονιστικού αγώνα» της Κυψέλης, αλλά κάποιου που δεν μπορεί να κατηγορηθεί εύκολα για ιδεοληπτικές προκαταλήψεις. Ο Sir Michael Wilshaw γενικός επιθεωρητής του Ofsted, του οργανισμού επιθεώρησης της εκπαίδευσης στη Βρετανία σε ομιλία του στη Σύνοδο κορυφής των Δημοτικών Συμβουλίων του Λονδίνου στις 5 Σεπτεμβρίου 2016, συνόψισε την βρετανική εμπειρία από την εφαρμογή των grammar schools, σχολείων που όπως τα ΠΠ και τα ΔΗΜ.Ω.Σ. έκαναν επιλογή μαθητών μέσω εξετάσεων. Ανάφερε χαρακτηριστικά: «Όμως όλοι γνωρίζουμε ότι το ιστορικό τους (των grammar schools) όσον αφορά την εισαγωγή παιδιών που δεν προέρχονται από μεσαία τάξη είναι αρκετά θλιβερό. Αυτό είναι εμφανές σε περιοχές όπως το Κεντ και το Μπακινγχαμσάιρ. Αλλά το βλέπουμε και στους λίγους δήμους του Λονδίνου που έχουν grammar schools. Το ποσοστό των μειονεκτούντων παιδιών στα 4 γυμνάσια του Μπέξλεϊ, για παράδειγμα, είναι περίπου 9% σε σύγκριση με το 28% στα σχολεία που δεν εφαρμόζουν σύστημα επιλογής.4 Ομοίως, στο Σάτον, όπου 5 από τα 14 σχολεία είναι grammar schools, τα ποσοστά είναι περίπου 7% σε σύγκριση με 25%. Η ιδέα ότι οι φτωχοί θα επωφεληθούν από την επιστροφή των grammar schools μου φαίνεται εντελώς αβάσιμη και παράλογη –και διαψεύδεται σαφώς από την εμπειρία του Λονδίνου».5 Στη Βρετανία έχουν μείνει πλέον ελάχιστα grammar schools καθώς τα περισσότερα είτε έχουν κλείσει είτε έχουν πουληθεί.
Το ίδιο συμβαίνει και στο μέτωπο της αξιολόγησης. Η προβολή της από το υπουργείο και τους υποστηρικτές του ως μια στρατηγική επιλογή που στοχεύει στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου αντιμετωπίζεται από το σύνολο των εκπαιδευτικών ως λαθροχειρία.6 Η κυβέρνηση δεν έχει βρει την παραμικρή συναίνεση, μέσα στον κόσμο της εκπαίδευσης, πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του σχετικού νόμου. Ο αγώνας ενάντια στην αξιολόγηση έχει απονομιμοποιήσει πλήρως τις απόπειρες καθιέρωσής της. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να προσεταιριστεί τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία ώστε να κλείσει την απεργία - αποχή, η χρήση των δικαστηρίων, η σωρεία των αυθαιρεσιών και των εκβιασμών από τη μεριά των στελεχών της εκπαίδευσης, οι διώξεις και τα πειθαρχικά δεν έχουν κατορθώσει να κάμψουν τον αγώνα των εκπαιδευτικών. Σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια της υπουργού κας Ζαχαράκη έχει αξιολογηθεί, μέσα στα τρία σχεδόν χρόνια, από την εκκίνηση της διαδικασίας, το 14% των εκπαιδευτικών. Αν αναλογιστεί κανείς τη λύσσα με την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να επιβάλλει τον θεσμό και τους μηχανισμούς, που έχει κινητοποιήσει, αυτό το ποσοστό αποτελεί δήλωση αποτυχίας. Οι ισχυρισμοί της υπουργού ότι έχει καμφθεί η αντίσταση των εκπαιδευτικών απηχούν ευσεβείς πόθους της και όχι την πραγματικότητα.
Η ψήφιση του νέου πειθαρχικού κώδικα που απειλεί με στέρηση μισθού και απολύσεις, τα περισσότερα από 2.500 πειθαρχικά, η επιμονή του Πιερρακάκη να θέσει σε δυνητική αργία τη Χρύσα Χοτζόγλου, παρά την αρχική απόφαση των δικαστηρίων, οι διώξεις εκπαιδευτικών για την έκφραση αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη και για οποιαδήποτε άλλη αυθαίρετη αιτία είναι προσπάθειες αποδυνάμωσης των συνδικάτων και καταστολής του ριζοσπαστισμού σε αυτά. Προέρχονται καθαρά από την αδυναμία της κυβέρνησης να επιβάλλει την πολιτική της στα σχολεία. Κάθε προσπάθεια καταστολής δυσχεραίνει τη θέση της κυβέρνησης. Περιστατικά όπως το χτύπημα της διαμαρτυρίας με χημικά και δακρυγόνα στην οποία συμμετείχαν επτάχρονα παιδιά έξω από τα γραφεία της ΔΙΠΕ Α΄ Αθήνας και η χρήση της αστυνομίας από τη ΔΙΠΕ Χαλκιδικής για να αναγκάσουν ένα 10χρονο κορίτσι που φοιτούσε στο σχολείο στα Σήμαντρα Χαλκιδικής, να φοιτήσει σε άλλο σχολείο 8 χλμ. μακριά, το μόνο που καταφέρνουν είναι να εξοργίσουν ακόμη περισσότερο τον κόσμο.
Τα πειθαρχικά και τα δικαστήρια είναι ένα χαρτί που δεν είναι δεδομένο ότι θα δουλέψει υπέρ της κυβέρνησης. Το γεγονός που θα κρίνει την έκβαση του αγώνα ενάντια στην αξιολόγηση, στη φάση που βρισκόμαστε, στο αν δηλαδή η κυβέρνηση κατορθώσει να υποτάξει τους εκπαιδευτικούς με τη χρήση του νέου πειθαρχικού κώδικα, είναι το αν οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί επιμείνουν στον αγώνα τους και βρουν μαζική στήριξη από τα συνδικάτα και την εργατική τάξη. Ήδη υπάρχουν σημάδια ότι αυτή η επιμονή επηρεάζει ακόμη και αποφάσεις των δικαστηρίων. Η πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, που δικαιώνει τους νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς του 2020-21 και υποχρεώνει τη διοίκηση να προχωρήσει στη μονιμοποίησή τους χωρίς αξιολόγηση, είναι σημαντική νίκη και αναμένεται να αλλάξει το τοπίο στη μάχη της αξιολόγησης αναιρώντας τους κυβερνητικούς εκβιασμούς. Ωστόσο από τη νέα χρονιά, η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αξιοποιήσει τον νέο πειθαρχικό κώδικα, εξαπολύοντας, ξανά, τους αξιολογητές στα σχολεία. Επίσης ετοιμάζονται να βάλουν τους γονείς να αξιολογούν τους εκπαιδευτικούς μέσω μιας νέας ηλεκτρονικής πλατφόρμας (Eduquality). Ταυτόχρονα θ’ αρχίσει η μάχη των πειθαρχικών. Η απάντηση πρέπει να είναι άμεση. Ήδη ετοιμάζεται από τους ΣΕΠΕ, απεργιακή κινητοποίηση, ενάντια στην πρώτη κλήση σε απολογία, σε πειθαρχικό, που αφορά τρεις εκπαιδευτικούς στη Λακωνία, για τη συμμετοχή τους στην απεργία-αποχή.
Οι αγώνες έχουν τρία χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η οργάνωσή τους από τα κάτω. Σε όλη την πορεία της μάχης ενάντια στην αξιολόγηση στα σχολεία, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία των Ομοσπονδιών είτε ήταν εχθρική είτε αναγκαζόταν να συρθεί πίσω από την ορμητική και οργισμένη διάθεση της βάσης. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στο ζήτημα των διώξεων. Οι γραφειοκρατίες δεν κούνησαν το δαχτυλάκι τους στο να οργανωθεί ο αγώνας ενάντια στον νέο πειθαρχικό κώδικα. Ορισμένα συνδικαλιστικά στελέχη μάλιστα στις τοποθετήσεις τους, επένδυαν, με θράσος, στην ήττα, θεωρώντας ότι η Αριστερά σπρώχνει τον κλάδο σε περιπέτειες. Από το 2021 μέχρι σήμερα όλη η πορεία του αγώνα έχει καθοριστεί από τις γενικές συνελεύσεις και τους οριζόντιους συντονισμούς μεταξύ των πρωτοβάθμιων συλλόγων.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι υπάρχει μια έντονη πολιτικοποίηση και διάθεση για γενίκευση των αγώνων. Η δράση των εκπαιδευτικών δεν περιορίζεται στο τι βιώνουν μέσα στα σχολεία. Έχει να κάνει με τους ευρύτερους αγώνες που δίνονται. Η συμμετοχή εκπαιδευτικών σωματείων στην απεργιακή συγκέντρωση στις 10 Οκτώβρη για αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη το υπογραμμίζει.
Το τελευταίο στοιχείο που έχει προστεθεί στην εξίσωση της ταξικής πάλης στην εκπαίδευση είναι ότι ένα αυξανόμενο κομμάτι της εργατικής τάξης έχει αρχίσει να νιώθει ότι η μάχη για την υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης είναι υπόθεση όλης της εργατικής τάξης. Σταδιακά έχουν αρχίσει να εμφανίζονται κινήσεις και σύλλογοι γονέων που ξεφεύγουν από τα όρια της διαχείρισης των ζητημάτων του καθενός σχολείου χωριστά και παίρνουν αγωνιστικές πρωτοβουλίες διαμορφώνοντας συντονιστικές κινήσεις. Αυτό το είδαμε στον αγώνα ενάντια στα Ωνάσεια, πέρσι και φέτος (Πετράλωνα, Καλλιθέα) καθώς και στις κινητοποιήσεις ενάντια στις συμπτύξεις τμημάτων. Το είδαμε στη Γέργερη, στο Ηράκλειο, όταν οι γονείς και μαθητές έκαναν κατάληψη στο σχολείο τους ενάντια στην καθαίρεση της διευθύντριας γιατί συμμετείχε στην απεργία-αποχή.
Σε αυτές τις συνθήκες η απλή αναμονή των πολιτικών εξελίξεων αποτελεί εμπόδιο στον αγώνα για τη σωτηρία της εκπαίδευσης. Το ίδιο όμως εμπόδιο μπορεί να λειτουργήσει και η υποταγή των αγώνων σε μια κοινοβουλευτικού τύπου τακτική αναμονής της αλλαγής των εκλογικών συσχετισμών στα ΔΣ των συνδικάτων. Η εμπειρία της αλλαγής στο ΔΣ της ΔΟΕ δεν σήμανε ριζοσπαστικοποίηση στη στάση της Ομοσπονδίας. Η δράση της βάσης των εκπαιδευτικών έχει αποδείξει πολλές φορές στο παρελθόν ότι μπορεί να αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα διαμόρφωσης των ταξικών συσχετισμών. Η ανάγκη για μια συνολική απεργιακή δράση, με διάρκεια, είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Το ίδιο αναγκαία είναι η ύπαρξη μιας δυνατής επαναστατικής αριστεράς που θα μπορεί να παίξει έναν προωθητικό ρόλο μέσα σε αυτές τις συνθήκες ώστε μια πραγματική ανατροπή να γίνει εφικτή.
Σημειώσεις
1. Άλεξ Καλίνικος: Η νέα εποχή της καταστροφής. Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.
2. www.oecd.org/content/dam/oecd/en/publications/reports/2011/12/education-policy-advice-for-greece_g1g1491e/9789264119581-en.pdf
3. https://www.kathimerini.gr/opinion/geyma-me-thn-k/563935726/antonis-papadimitrioy-den-zoyme-se-gyalino-pyrgo/
4. Ο όρος μειονεκτούν παιδί χρησιμοποιείται στην τεχνοκρατική γλώσσα για να περιγράψει τα φτωχά παιδιά. Στην Βρετανία ταυτίζεται με τα παιδιά που δικαιούνται σχολικά γεύματα.
5. https://www.gov.uk/government/speeches/sir-michael-wilshaws-speech-at-the-london-councils-education-summit
6. Για την αξιολόγηση και τους αγώνες ενάντιά της δες Σοσιαλισμός από τα Κάτω Τα 164: Εκπαίδευση: Αντίσταση στην επίθεση της «αξιολόγησης» https://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1482&issue=164#gsc.tab=0
