Βιβλιοκριτική
Βιβλιοκριτική: "Η αυγή των πάντων"

Η αυγή των πάντων
David Graeber, David Wengrow

784 σελίδες, 23€
Εκδόσεις Διόπτρα

 

Η µελέτη της καταγωγής των ανθρώπινων κοινωνιών αποτελεί ένα πεδίο έρευνας και αντιπαράθεσης όχι µόνο επιστηµονικής, αλλά ταυτόχρονα ιδεολογικής και πολιτικής. Το The Dawn of Everything (2021) – Η αυγή των πάντων, εκδόσεις ∆ιόπτρα (2023), είναι ένα βιβλίο που γνωρίζει ήδη µεγάλη εµπορική και ακαδηµαϊκή απήχηση και ταυτόχρονα έχει ανοίξει διεθνώς έντονη συζήτηση, καθώς επιχειρεί µια «ριζική επανεξέταση όλης της ιστορίας», ή όπως αναγράφεται στον υπότιτλο, «µια καινούρια ιστορία της ανθρωπότητας». Οι συγγραφείς του βιβλίου είναι δύο ακτιβιστές του κινήµατος: ο David Graeber, καθηγητής ανθρωπολογίας στο London School of Economics, ο οποίος δυστυχώς πέθανε το 2020 (τρεις εβδοµάδες µετά την ολοκλήρωση του βιβλίου) και συµµετείχε ενεργά σε κινήµατα όπως το Occupy Wall Street, και ο David Wengrow, καθηγητής συγκριτικής αρχαιολογίας στο University College του Λονδίνου.

Στις σελίδες του ογκώδους αυτού βιβλίου παρατίθεται ένα πλήθος παραδειγµάτων από αρχαιολογικά και ανθρωπολογικά ευρήµατα από κάθε γωνιά του πλανήτη. Οι συγγραφείς κινούνται σε ένα τεράστιο φάσµα πρώιµων ανθρώπινων κοινωνιών, οικισµών και τοποθεσιών: από τους αυτόχθονες Αµερικανούς της ∆υτικής Ακτής και της ζώνης του Μισισιπί, τους πολιτισµούς της Μεσοαµερικής και της Αµαζονίας, τους Αζτέκους και τους Μάγια, τους ορεινούς παλαιολιθικούς οικισµούς της Κεντρικής Ευρώπης και της Νοτιοανατολικής Τουρκίας, τις πρώτες πόλεις στην Ουκρανία, τη Μινωική Κρήτη, τα αρχαία αιγυπτιακά βασίλεια, τα κράτη της Μεσοποταµίας, τους πρώτους ινδικούς και κινεζικούς πολιτισµούς, το Στόουνχεντζ, τους αυτόχθονες της Πολυνησίας, µέχρι και τους Βουσµάνους της Καλαχάρι. Επιπλέον, αναφέρονται σε ορισµένες σύγχρονες κοινωνίες, όπως η φυλή κτηνοτρόφων Νούερ του Σουδάν, οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες Χάτζα της Τανζανίας και οι κοινότητες των Βάσκων.

Το πρώτο βασικό συµπέρασµα του βιβλίου είναι ότι η ανθρώπινη προϊστορία χαρακτηρίζεται από µεγάλη ποικιλία κοινωνικών και πολιτικών µορφών, ή µια «πρώιµη πολυπλοκότητα συµπεριφοράς», η οποία βρίσκεται σε όλες τις ηπείρους. Στις σελίδες του παρατίθενται ενδιαφέροντα παραδείγµατα που δείχνουν τα επιτεύγµατα των πρώιµων ανθρώπινων κοινωνιών, καθώς και το πώς οι άνθρωποι έζησαν σε πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα και µε πολύ διαφορετικούς τρόπους. Για παράδειγµα, οι µνηµειώδεις ναοί και τα γλυπτά του Γκιόµπεκλι Τεπέ στη σηµερινή Τουρκία, δηµιουργηµένα από πληθυσµούς τροφοσυλλεκτών-κυνηγών περίπου το 9.000 π.Χ., σε µια τοποθεσία που χρησίµευε για τελετουργίες ή αστρονοµικές παρατηρήσεις. Στην ίδια γεωγραφική περιοχή, τα αρχαιολογικά ευρήµατα του Τσαταλχογιούκ, της αρχαιότερης πόλης του κόσµου, που κατοικήθηκε από το 7.400 π.Χ. έως περίπου το 6.000 π.Χ., δείχνουν ότι δεν υπήρχε µεγάλη διαφοροποίηση στον πλούτο, απουσίαζε κάποια µορφή άρχουσας τάξης και «οι πρεσβύτερες γυναίκες κατείχαν θέσεις επιρροής».

Με τον ίδιο τρόπο, στους µεγαοικισµούς της Ουκρανίας (4100–3300 π.Χ.) οι κάτοικοι διαχειρίζονταν συνειδητά το οικοσύστηµα προκειµένου να αποφύγουν τη µαζική αποψίλωση των δασών, έχτισαν την πόλη χωρίς κυβερνητικά κτίρια και οχυρώσεις και, προς το παρόν, δεν υπάρχουν ενδείξεις πολεµικών συγκρούσεων ή ανόδου κοινωνικών ελίτ. Εντυπωσιακή είναι η περίπτωση της πόλης του Ταοσί στην Κίνα, όπου τα αρχαιολογικά ευρήµατα δείχνουν ότι περίπου το 2000 π.Χ. σηµειώθηκε µια καταστροφή του παλατιού µε ταυτόχρονη εξαφάνιση των πλούσιων τάφων, συνοδευόµενη από µεγάλη αύξηση κοινών κατοικιών –ενδείξεις της «πρώτης καταγεγραµµένης κοινωνικής επανάστασης του κόσµου ή τουλάχιστον της πρώτης σε αστικό σκηνικό».

Ακόµη πιο εντυπωσιακό είναι το παράδειγµα του Τεοτιουακάν στο Μεξικό, µιας πόλης 100.000 κατοίκων, «τόσο λαµπρής και εκλεπτυσµένης που άνετα θα συναγωνιζόταν τη Ρώµη στο απόγειο της αυτοκρατορικής ισχύος της», όπου περίπου το 300 µ.Χ. «ξέσπασε µια επανάσταση που ακολουθήθηκε από πιο ίση κατανοµή των πόρων της πόλης και την εγκαθίδρυση ενός είδους συλλογικής διακυβέρνησης σε εξισωτική βάση», καθώς για µεγάλο χρονικό διάστηµα εξαφανίζονται από τα αρχαιολογικά ευρήµατα ίχνη βασιλιάδων, εικόνες πολέµου, βίας ή κυριαρχίας. Τέλος, εξαιρετικό είναι το παράδειγµα της Μινωικής Κρήτης, όπου όλα τα δεδοµένα από τα ανάκτορα, τα έργα τέχνης και τα εµπορικά προϊόντα συγκλίνουν στο ότι δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις µοναρχίας ή πολέµου (σε αντίθεση µε ό,τι συνέβαινε εκείνη την περίοδο στην ηπειρωτική Ελλάδα) και «φανερώνουν ένα σύστηµα γυναικείας πολιτικής διακυβέρνησης».

Οι Graeber και Wengrow διαφωνούν µε τον ρατσιστικό µύθο του «ευγενούς άγριου» και σωστά θεωρούν ότι οι αυτόχθονες λαοί δεν χαρακτηρίζονται από «αθωότητα», αλλά είναι πολιτικά όντα που διευθετούν συνειδητά την κοινωνία τους. Προχωρούν ακόµη περισσότερο, υποστηρίζοντας πως οι ιθαγενείς στοχαστές της Αµερικής επηρέασαν τις ευρωπαϊκές συζητήσεις του ∆ιαφωτισµού σχετικά µε την ελευθερία, την ισότητα και την κοινωνική οργάνωση. Θετική είναι και η κριτική στο ρωµαϊκό δίκαιο, µία από τις βάσεις του δυτικού πολιτισµού, το οποίο βασίζεται στους νόµους για τους σκλάβους που θεωρούνταν πράγµα (res), µετατρέποντας την έννοια της ιδιοκτησίας σε σχέση κυριαρχίας ενός ανθρώπου πάνω σε ένα αντικείµενο, το οποίο ο Ρωµαίος «ήταν ελεύθερος να βιάζει, να βασανίζει, να ακρωτηριάζει ή να σκοτώνει ανά πάσα στιγµή και µε όποιο τρόπο είχε στο µυαλό του, χωρίς το θέµα να θεωρείται κάτι παραπάνω από ιδιωτική υπόθεση».

Όµως, παρά τα ενδιαφέροντα στοιχεία που παραθέτουν, οι συγγραφείς αποτυγχάνουν να δώσουν ένα πειστικό και ολοκληρωµένο αφήγηµα για την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Είναι γεγονός ότι πολλές πρώιµες κοινωνίες φαίνεται να πειραµατίζονταν συνειδητά µε διαφορετικές µορφές οργάνωσης, ακόµη και εναλλάσσοντας εποχικά ιεραρχικές και ισότιµες δοµές. Η ύπαρξη «πόλεων χωρίς βασιλιάδες» µπορεί να υποδεικνύει πως «η εξαιρετικά εξισωτική οργάνωση είναι εφικτή σε αστική κλίµακα», αλλά δεν εξηγεί γιατί τελικά «κολλήσαµε», όπως οι ίδιοι επαναλαµβάνουν, στις αυταρχικές, ταξικές κοινωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν σήµερα. Το γεγονός ότι υπήρξαν κοινωνίες µε σύνθετη οργάνωση χωρίς µόνιµο κράτος δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί, σε µακρά κλίµακα, οι ταξικές κοινωνίες και τα κράτη επικράτησαν.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν πως δεν υπήρξε µία ενιαία, αναγκαστική πορεία από την «πρωτόγονη» ισότητα στην κοινωνική ανισότητα και το κράτος, αλλά πως οι άνθρωποι είχαν πάντοτε τη δυνατότητα να «επιλέγουν» κοινωνικές µορφές ανεξάρτητα από τους περιβαλλοντικούς και υλικούς παράγοντες που διαµορφώνουν αυτήν την επιλογή. Στην πράξη, αυτή είναι µια ιδεαλιστική αντιµετώπιση, σύµφωνα µε την οποία οι ανθρώπινες κοινωνίες και η εξέλιξή τους είναι απλώς οι ιδέες, η φαντασία και οι επιλογές των ανθρώπων, χωρίς καµία υλική βάση ή περιορισµό. Ο Μαρξ, αντίθετα, έλεγε ότι «οι άνθρωποι γράφουν την ιστορία, αλλά όχι σε συνθήκες που επιλέγουν οι ίδιοι». Οι µαρξιστικές ερµηνείες για το πώς αναπτύχθηκε η ταξική κοινωνία και µαζί της η καταπίεση των γυναικών, καθώς οι πρόγονοί µας µετακινήθηκαν από το κυνήγι και τη τροφοσυλλογή στην κηπουρική και στη συνέχεια στη γεωργία, βασίζονται στην κατανόηση των υλικών συνθηκών, εστιάζοντας στα περιβάλλοντα στα οποία ζούσαν οι άνθρωποι και στις επιλογές που τους ήταν πραγµατικά διαθέσιµες. Ο Ένγκελς, στο βιβλίο του “Η καταγωγή της οικογένειας, της ατοµικής ιδιοκτησίας και του κράτους”, δίνει τις βασικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήµατα, οι οποίες ακόµη και σήµερα επιβεβαιώνονται από τις επιστηµονικές ανακαλύψεις.

Οι Graeber και Wengrow υποστηρίζουν ότι µας λείπει ακόµη και η «παραµικρή ιδέα» για το πώς ήταν οι πρώιµες ανθρώπινες κοινωνίες και, ως εκ τούτου, εξετάζουν µόνο την ιστορία των τελευταίων 30.000 ετών. Παρόλο που υπάρχουν εκτενή στοιχεία που δίνουν µια τεκµηριωµένη εικόνα για το πώς οι πρώτοι άνθρωποι εξελίχθηκαν και ζούσαν σε εξισωτικές τροφοσυλλεκτικές-κυνηγητικές κοινωνίες κατά το µεγαλύτερο µέρος της ιστορίας, οι συγγραφείς δεν ασχολούνται µε αυτό. Αντίθετα, το χαρακτηρίζουν ως έναν µύθο παιδικής αθωότητας που µοιάζει µε τον Κήπο της Εδέµ. Μάλιστα, θεωρούν εξίσου απλοϊκή και λανθασµένη αυτή την άποψη, που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Ρουσσώ το 1754, µε την άποψη του Χοµπς, ο οποίος στο Λεβιάθαν (1651) υποστηρίζει ότι η «φυσική κατάσταση» ήταν ένας κτηνώδης πόλεµος όλων εναντίον όλων και άρα οι µηχανισµοί καταπίεσης ενάντια στη βάρβαρη ανθρώπινη φύση, όπως το κράτος, είναι αυτοί που φέρνουν την πρόοδο. Κι όµως, η µελέτη εκείνης της περιόδου αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι, προκειµένου να επιβιώσουν και να ευηµερήσουν, έπρεπε να συµφωνήσουν συνειδητά να καταστείλουν τη ζήλια, την επιθετικότητα και τον εγωισµό, αναπτύσσοντας κοινωνική νοηµοσύνη. Οι στρατηγικές που αναπτύχθηκαν για να αντιµετωπίσουν άτοµα επιρρεπή στην εγωιστική συµπεριφορά –για παράδειγµα, κρατώντας το κρέας από το κυνήγι αντί να το µοιράζονται– αποτελούν ασκήσεις και εµπειρίες ελεύθερης επιλογής που συνέχισαν να εφαρµόζονται και στις µεταγενέστερες, πιο σύνθετες κοινωνίες.

Ένα βασικό σηµείο του βιβλίου είναι η αµφισβήτηση του ρόλου της γεωργίας ως παράγοντα που οδήγησε στην εµφάνιση των ταξικών κοινωνιών, µε το επιχείρηµα πως η ανάπτυξη των καλλιεργητικών κοινωνιών έγινε σε βάθος χρόνου, µε πολλά πίσω-µπρος, ενώ ταυτόχρονα υπήρχαν πολλά παραδείγµατα γεωργικών κοινωνιών µε υψηλό βαθµό ισότητας και κινητικότητας. Πράγµατι, αν και η γεωργία ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την εµφάνιση της ταξικής κοινωνίας, δεν οδήγησε απαραίτητα σε αυτήν. Είναι γεγονός, όµως, ότι η συστηµατική παραγωγή πλεονάσµατος από την καλλιέργεια της γης δηµιούργησε τις υλικές προϋποθέσεις για την αύξηση του πληθυσµού, τη δηµιουργία πόλεων, την εµφάνιση κοινωνικής διαφοροποίησης, εξειδίκευσης και, τελικά, συγκρούσεων γύρω από τον έλεγχο του πλεονάσµατος. Οι συγγραφείς υποβαθµίζουν τον ρόλο του πλεονάσµατος, όπως και των περιβαλλοντικών-οικολογικών συνθηκών ή των τεχνολογικών εξελίξεων, ως καθοριστικών παραγόντων στη διαδικασία εξέλιξης των κοινωνιών, και αντίθετα δίνουν έµφαση σε «πολιτιστικές περιοχές», σε «θεατρικές ιεροτελεστίες» και στη «µετατροπή της φροντίδας σε έλεγχο και κυριαρχία».

Το κράτος παρουσιάζεται στο βιβλίο ως µία από τις πολλές δυνατές µορφές οργάνωσης, συχνά αποτέλεσµα συγκεκριµένων πολιτικών αποφάσεων, ως κάτι που σε τελική ανάλυση θα µπορούσε απλώς να είχε αποφευχθεί. Το κράτος, προφανώς, δεν είναι «φυσικό» ή «αιώνιο», αλλά αποτελεί ιστορικό προϊόν, ένα όργανο στα χέρια της άρχουσας τάξης για να εξασφαλίζει την κυριαρχία της, και γι’ αυτό εµφανίστηκε ταυτόχρονα µε τις ταξικές κοινωνίες. Ο Κρις Χάρµαν, στο κείµενο «Ο Ένγκελς και η καταγωγή της ανθρώπινης κοινωνίας», εξηγεί πως σε πολλές περιπτώσεις η επιβίωση των κοινωνιών εξαρτιόταν από την υιοθέτηση νέων τεχνικών, όπως η κατεργασία µετάλλων, η χρήση του βαρέος αρότρου και τα έργα άρδευσης, που οδήγησαν σε καταµερισµό εργασίας και στην ανάδυση ενός στρώµατος ηγετών και ειδικών, οι οποίοι απέκτησαν τον έλεγχο του πλεονάσµατος, µετατρεπόµενοι σε µια άρχουσα τάξη µε δικά της υλικά συµφέροντα.

Το ίδιο ισχύει και για το ζήτηµα της γυναικείας καταπίεσης. Παρόλο που είναι σωστή η διαπίστωση των συγγραφέων ότι η επικράτηση των γραφειοκρατικών και ιεραρχικών συστηµάτων συµβαδίζει µε τον υποβιβασµό της θέσης της γυναίκας, δεν αναλύονται οι αιτίες και η διαδικασία µε την οποία έγινε αυτή η µεταβολή. Κι εδώ η ανάλυση του Ένγκελς και του Χάρµαν είναι διαφωτιστική. Ο καταµερισµός εργασίας στις τροφοσυλλεκτικές και αγροτικές κοινωνίες επέτρεπε τη συµµετοχή της γυναίκας στην παραγωγή, ενώ αργότερα η χρήση της νέας τεχνολογίας ήταν κυρίως υπό τον έλεγχο των ανδρών, µετατοπίζοντας έτσι για πρώτη φορά τη γυναίκα σε κατώτερο ρόλο. Η εµφάνιση µιας κυρίαρχης ανδρικής ελίτ, η οποία προστάτευε τα συµφέροντά της µέσω του κράτους και της χρήσης ένοπλων ανδρικών σωµάτων, οδήγησε στην εγκαθίδρυση της ανδρικής κυριαρχίας, µε την ανάγκη να εξασφαλισθεί η πατρότητα των παιδιών για τη µεταβίβαση ιδιοκτησίας.

Η µελέτη της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών µάς διδάσκει ότι έχουµε τη δυνατότητα να παλέψουµε για τον επαναστατικό µετασχηµατισµό της κοινωνίας και να στραφούµε σε νέες µορφές αταξικής κοινωνίας, µε συλλογικό έλεγχο του τεράστιου πλεονάσµατος που παράγουµε προς όφελος όλης της ανθρωπότητας. Το βιβλίο των Graeber και Wengrow προσφέρει πολύτιµες πληροφορίες και παραδείγµατα για την ποικιλία και τις δυνατότητες των ανθρώπινων κοινωνιών αλλά δεν µπορεί να αποτελέσει µια “καινούρια ιστορία της ανθρωπότητας”. Τα βιβλία του Ένγκελς και του Χάρµαν είναι ο καλύτερος οδηγός στη µελέτη της καταγωγής των ανθρώπινων κοινωνιών.