Η Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στη Γάζα
Ερμηνευτικά σχήματα και περιφερειακοί σχηματισμοί
Σωτήρης Ρούσσος
117 σελίδες, 10,5€
Εκδόσεις Έρμα
Ένα ζήτηµα που απασχολεί τους χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες που πληµµυρίζουν τους δρόµους τα τελευταία δυο χρόνια σε αλληλεγγύη µε την Παλαιστίνη, είναι το πού βρίσκεται σήµερα ολόκληρη η Μέση Ανατολή, µια περιοχή που αλλάζει ραγδαία και συχνά µοιάζει σαν ένα µπερδεµένο κουβάρι γεωπολιτικών εξελίξεων.
Αυτό το κουβάρι επιχειρεί να ξετυλίξει το βιβλίο του Σωτήρη Ρούσσου «Η Μέση Ανατολή και ο πόλεµος στη Γάζα», που κυκλοφόρησε τον περασµένο Σεπτέµβρη, λίγο πριν από την «εκεχειρία του Τραµπ». Όπως επισηµαίνεται στο οπισθόφυλλο, «στόχος του είναι να εφοδιάσει τον αναγνώστη µε τα απαραίτητα εργαλεία ώστε να κατανοήσει τον σύνθετο και απρόβλεπτο κόσµο της σύγχρονης Μέσης Ανατολής».
Μέσα από µια τεκµηριωµένη ανάλυση των διεθνών συσχετισµών ο συγγραφέας, που είναι καθηγητής ∆ιεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήµιο Πελοποννήσου, αποκαλύπτει το πώς οι τοπικές συγκρούσεις συνδέονται µε τις γεωπολιτικές στρατηγικές των µεγάλων ιµπεριαλιστικών δυνάµεων. Όµως, στα πλεονεκτήµατα του βιβλίου είναι και κάτι σηµαντικό επιπλέον. ∆εν προσπαθεί να ερµηνεύσει τις γεωπολιτικές διεργασίες µόνο «από τα πάνω», αλλά δίνει βάρος στον ρόλο που παίζει η δράση που διαµορφώνει γεγονότα «από τα κάτω», στη συγκεκριµένη περίπτωση η Παλαιστινιακή Αντίσταση.
Στο προηγούµενο βιβλίο του «Επανάσταση και εξέγερση στη Μέση Ανατολή» (υπάρχει παρουσίαση στο περιοδικό Σοσιαλισµός από τα Κάτω Νο 162) ο Ρούσσος επικεντρωνόταν σε δυο επαναστατικά γεγονότα –τη Μεγάλη Αραβική Εξέγερση στην Παλαιστίνη το 1936-1939 και την Επανάσταση στο Ιράν το 1979– που η δράση των «από τα κάτω» έπαιξε έναν τέτοιο καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη συνολικά της Μέσης Ανατολής.
Στο νέο του βιβλίο, έχοντας στο επίκεντρο τον πόλεµο στη Γάζα, αναλύει το πώς η αιφνιδιαστική επίθεση της Χαµάς στις 7 Οκτώβρη 2023 και η Παλαιστινιακή Αντίσταση ανέτρεψε τις ισορροπίες δεκαετιών και µεταµόρφωσε ριζικά τις σχέσεις στην περιοχή, µε το Παλαιστινιακό να επιστρέφει «ως παράγοντας αποσταθεροποίησης, αλλά και ως µοχλός ανακατανοµής της περιφερειακής ισχύος… Το παλαιστινιακό ζήτηµα απέδειξε για ακόµα µια φορά πως µπορεί να µεταβάλλει ριζικά το περιφερειακό status quo».
Ο συγγραφέας προτείνει ένα ερµηνευτικό σχήµα που περιλαµβάνει τρία είδη κρατών για την κατανόηση των σηµερινών συσχετισµών στη Μέση Ανατολή: Το πρώτο είδος είναι τα κράτη-ηγεµόνες που επιχειρούν να επιβάλλουν την ευθυγράµµιση των υπόλοιπων στην περιοχή µε τη δική τους στρατηγική. Σε αυτά ανήκουν προφανώς το Ισραήλ, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Ιράν. Είναι τα κράτη, δηλαδή, που, αν και ο συγγραφέας δεν τα ονοµατίζει έτσι, για τους αναγνώστες αυτού του περιοδικού είναι περισσότερο γνωστά µε τον όρο υποϊµπεριαλιστικά.
Το δεύτερο είδος είναι τα «αποτυχηµένα» ή δυσλειτουργικά κράτη, δηλαδή εκείνα που δεν µπορούν να αποτρέψουν την επέµβαση άλλων κρατών στο εσωτερικό τους. Σε αυτήν την κατηγορία εµπίπτουν η Συρία, το Ιράκ, η Υεµένη, η Λιβύη και εν µέρει ο Λίβανος. Το τρίτο είδος είναι τα κράτη-αναχώµατα, στα οποία ανήκουν η Αίγυπτος και η Ιορδανία: πρόκειται για κράτη που εξυπηρετούν τις ηγεµονικές περιφερειακές δυνάµεις και τις µεγάλες δυνάµεις του διεθνούς συστήµατος, ανακόπτοντας τις µεταναστευτικές ροές και περιορίζοντας την επέκταση της επιρροής των διαφόρων ριζοσπαστικών ιδεολογικών κινηµάτων –ακόµα κι αν αυτό συνεπάγεται κινδύνους για τη σταθερότητα των καθεστώτων τους. Όπως επισηµαίνεται στο βιβλίο: «Η πίεση προς την Αίγυπτο και την Ιορδανία να δεχθούν εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους από τη Γάζα είναι ενδεικτική αυτών των κινδύνων».
Βασικός παράγοντας για τη διαµόρφωση αυτών των περιφερειακών συσχετισµών είναι, κατά τον συγγραφέα, η πολιτική των µεγάλων ιµπεριαλιστικών δυνάµεων και κυρίως των Ηνωµένων Πολιτειών και η έξαρση των ανταγωνισµών τους. Όµως, όπως σωστά διαπιστώνεται στην εισαγωγή του βιβλίου, η κρίση ηγεµονίας των ΗΠΑ και ο στόχος τους να µειώσουν την άµεση παρουσία τους στην περιοχή προκειµένου να µεταφέρουν πόρους στην κινεζική περιφέρεια (τον κύριο ανταγωνιστή τους), έχει αυξήσει τη δυνατότητα αυτών των τοπικών ηγεµονικών κρατών να αξιοποιήσουν το µεταβαλλόµενο παγκόσµιο τοπίο για να αποκοµίσουν οφέλη για τα συµφέροντα των δικών τους κυρίαρχων τάξεων.
Πέρα από τις κρατικές οντότητες, ο συγγραφέας εντοπίζει και ένα ακόµα παράγοντα που υπεισέρχεται στους περιφερειακούς ανταγωνισµούς: των ένοπλων «µη κρατικών δρώντων», όπως τους ονοµάζει, µε οργανώσεις όπως για παράδειγµα η Χεσµπολάχ, να υποκαθιστούν κρατικές δοµές και να επηρεάζουν τις εξελίξεις πέραν των περιοχών της βάσης τους. «Σήµερα οι ένοπλοι µη κρατικοί δρώντες είναι συνήθως διεθνικοί, ή χρησιµοποιούν διεθνικά δίκτυα, και έτσι αποκτούν πολλαπλές πηγές στήριξης και, συνεπώς, πολύ µεγαλύτερη αυτονοµία κινήσεων».
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επίθεση της 7ης Οκτώβρη 2023 και η γενοκτονική ισραηλινή επιχείρηση στη Γάζα έπαιξαν καίριο ρόλο στην ανακατανοµή ισχύος ανάµεσα στα κράτη της περιοχής. Το βιβλίο ασχολείται µε το κάθε ένα από αυτά τα κράτη ξεχωριστά αναδεικνύοντας τους σχεδιασµούς των επιτελείων τους, τις συµµαχίες, τους ανταγωνισµούς, αλλά και τις αντιφάσεις και την κλιµάκωση της αποσταθεροποίησης τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κεφάλαιο «Η Γάζα και το διεθνές σύστηµα» όπου ο συγγραφέας εξηγεί το πόσο λάθος ήταν το ότι «µετά την Αραβική Άνοιξη πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν το παλαιστινιακό ζήτηµα είτε ως ‘παγωµένη’ σύγκρουση είτε, ακόµα χειρότερα, ως θέµα χωρίς δυναµική». Παρατηρεί ότι ο πόλεµος εθνοκάθαρσης στη Γάζα και ο γενοκτονικός χαρακτήρας του επηρέασαν εκατοµµύρια κόσµο σε όλον τον πλανήτη και οδήγησαν σε µια πλήρη αµφισβήτηση των κανόνων της διεθνούς κοινωνίας, στην κριτική για τα ‘διπλά πρότυπα’ της ∆ύσης, στην κατεδάφιση του µοντέλου του ατλαντικού φιλελευθερισµού, στο ξεµπρόστιασµα της υποκρισίας για τη Γάζα που «τροφοδοτεί ένα ευρύ κίνηµα αλληλεγγύης και διαµαρτυρίας». Αποκαλυπτικές είναι οι τελευταίες σελίδες του κεφάλαιου που παρουσιάζουν τις έρευνες µε τα ποσοστά του κόσµου σε δυτικές και αραβικές χώρες σε συντριπτικές πλειοψηφίες να καταδικάζουν το Ισραήλ, αλλά και τη στάση των ΗΠΑ και των κυβερνήσεων της ∆ύσης.
Το βιβλίο έχει σαν κέντρο τη «γεωγραφική» Μέση Ανατολή και µε αυτή την έννοια, δυστυχώς, δεν ασχολείται µε τον ρόλο της Ελλάδας. Παρόλα αυτά, θα είχε µεγάλο ενδιαφέρον να αναδειχθεί ο ρόλος που παίζει ο ελληνικός καπιταλισµός και η κυβέρνηση Μητσοτάκη σαν «αχθοφόρος» της γενοκτονίας στη Γάζα –ρόλος που είναι αναπόσπαστο κοµµάτι των «περιφερειακών συσχετισµών» στην περιοχή. Τόσο από την πλευρά του βρόµικου «Στρατηγικού Άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ» κάτω από τις φτερούγες των ΗΠΑ, όσο και σε σχέση µε τον πολεµοκάπηλο ανταγωνισµό µε την Τουρκία για τον έλεγχο των ΑΟΖ και του υπεδάφους της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο Σωτήρης Ρούσσος, από την πρώτη στιγµή που ξέσπασε ο γενοκτονικός πόλεµος του Ισραήλ τοποθετήθηκε ανοικτά µε την πλευρά του κινήµατος αλληλεγγύης για Λευτεριά στην Παλαιστίνη. «Έγραψα το βιβλίο για τρεις λόγους» είχε πει στην κεντρική παρουσίαση του βιβλίου του:
«Ένα, γιατί ήθελα να γράψω κάτι απλό και κατανοητό για τη Μέση Ανατολή. ∆ύο, γιατί οι εξελίξεις είναι η επιβεβαίωση µιας ανάλυσης που είχα, ότι το Παλαιστινιακό δεν πέθανε, ότι έχει δυναµική και τη δυνατότητα να αλλάζει συσχετισµούς. Και τρία, επειδή είχα φρικάρει µε την ογκούµενη ανοησία σε αυτά που γράφονταν ή λέγονταν στα περισσότερα µέσα µαζικής ενηµέρωσης. Και, τέλος, γιατί πιστεύω ότι οι πανεπιστηµιακοί πρέπει να έχουν δηµόσιο λόγο και να µη µασάνε τις λέξεις τους».
Αξίζει να το διαβάσετε.
