Στο διάγραμμα αριστερά, οι διακυμάνσεις στις τιμές των μετοχών. Δεξιά στις τιμές του πετρέλαιου
Οι πολεμικές εξορμήσεις δεν ξεπερνούν την οικονομική κρίση, υποστηρίζει ο Πάνος Γκαργκάνας.
Αντίθετα οξύνουν τη συστημική κρίση του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στάδιο.
Χωρίς αμφιβολία, οι οικονομικές πιέσεις έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην πορεία του πολέμου που εξαπέλυσε ο Τραμπ μαζί με το Ισραήλ κατά του Ιράν. Κάθε κλιμάκωση των στρατιωτικών επιθέσεων συνοδευόταν από άνοδο της τιμής του πετρέλαιου και πτώση των τιμών στα διεθνή χρηματιστήρια. Και κάθε αποκλιμάκωση συνοδευόταν από πανηγυρισμούς ανακούφισης με άνοδο των μετοχών. Το σχετικό διάγραμμα που δημοσίευσαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τη μέρα που ανακοινώθηκε η εκεχειρία δείχνει συμπυκνωμένη αυτή την εικόνα.
Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο; Διαφωνούν οι πρωταγωνιστές των διεθνών χρηματαγορών με τις στρατιωτικές εκστρατείες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού; Από πότε έχει προκύψει τέτοιο «διαζύγιο» ανάμεσα στη Γουόλ Στριτ και στο Πεντάγωνο; Φταίει η “τρέλα” του Τραμπ ή υπάρχουν βαθύτερα προβλήματα;
Προφανώς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ μεταφράζεται σε πίεση στην τιμή του πετρέλαιου, καθώς από εκεί περνάει ένα μεγάλο μέρος των εξαγωγών. Γιατί, όμως, οι χρηματαγορές ανησυχούν τόσο πολύ για τις επιπτώσεις μιας νέας ανόδου των τιμών της ενέργειας; Τι είναι αυτό που κάνει την οικονομία ευάλωτη;
Μια πρώτη εκτίμηση των ανησυχιών ήρθε από το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα σε ομιλία της στις 9 Μάρτη είχε δηλώσει:
«Και αν, όπως όλοι ελπίζουμε, η σύγκρουση τερματιστεί σύντομα, να είστε βέβαιοι ότι, πριν περάσει πολύς καιρός, ένα νέο σοκ θα ακολουθήσει. Η συμβουλή μου προς τους διαμορφωτές της πολιτικής παντού μέσα σε αυτό το νέο διεθνές περιβάλλον; Σκεφτείτε το αδιανόητο και προετοιμαστείτε γι’ αυτό».1
Το «αδιανόητο» είναι μια επανάληψη της μεγάλης κρίσης του 2008 που έφερε χρεοκοπίες μεγάλων τραπεζών και ολόκληρων χωρών και βύθισε την παγκόσμια οικονομία στη χειρότερη βουτιά από τη δεκαετία του 1930.
Τη σκυτάλη από την Γκεοργκίεβα του ΔΝΤ πήραν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς:
«Πίσω στο καλοκαίρι του 2008- ακριβώς πριν από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση- συγκρούονταν δυο αποσταθεροποιητικές τάσεις: οι τιμές του πετρέλαιου εκτοξεύτηκαν στα περίπου 150 δολάρια το βαρέλι και τα ιδιωτικά funds που κατείχαν στεγαστικά δάνεια άρχισαν να αναφέρουν αυξανόμενες ζημίες. Οι επενδυτές σήμερα μπορεί να έχουν ένα αίσθημα deja vu. Οι τιμές του πετρέλαιου ανεβοκατεβαίνουν βίαια. Επίσης, άσχημα νέα βγαίνουν από τον εξωτραπεζικό χρηματιστικό τομέα, αυτή τη φορά από τα ιδιωτικά πιστωτικά funds. Πέρα από το γεγονός ότι οι εποπτικές αρχές έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι αυτός ο τομέας εμφανίζεται υπερθερμασμένος ή ότι τράπεζες όπως η JPMorgan μειώνουν τις συμμετοχές τους εκεί γιατί περιέχουν ‘κατσαρίδες΄(δηλαδή προβληματικά δάνεια) όπως είπε ο Jamie Dimon της JPMorgan, αυτό που είναι πιο ανησυχαστικό είναι το γεγονός ότι πολλά funds αναφέρουν ότι οι επενδυτές τους προσπαθούν να αποσυρθούν».2
Η συνέχεια του συγκεκριμένου άρθρου είναι καθησυχαστική θεωρώντας ότι η «φούσκα» αυτών των funds είναι περιορισμένων διαστάσεων και ότι το πιθανότερο είναι να εκτονωθεί με σταδιακό ξεφούσκωμα και όχι με απότομο σκάσιμο (with a hiss not a bang). Τέτοιες, όμως, ελπίδες υπήρχαν από πάνω και το 2008 μέχρι να φτάσουμε στην κορύφωση της κρίσης. Αξίζει να θυμηθούμε την πορεία των γεγονότων τότε.
Μνήμες 2008
«Η ραγδαία επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αναγκάζει τα ΜΜΕ να εξαντλήσουν τον υπερθετικό βαθμό. Κάθε βδομάδα συμβαίνει και κάτι νέο «μεγαλύτερο»… Μαύρη Δευτέρα, Μαύρη Παρασκευή, Μαύρος Σεπτέμβρης, Μαύρος Οκτώβρης, Μαύρο Φθινόπωρο του καπιταλισμού… Τα (αρνητικά) ρεκόρ καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο.
Όταν ανακοινώθηκε η παρέμβαση του αμερικάνικου κράτους στους δυο πυλώνες των στεγαστικών δανείων Freddie και Fannie στις 7 Σεπτέμβρη, θεωρήθηκε «η μεγαλύτερη κρατικοποίηση όλων των εποχών». Ακολούθησε μια βδομάδα αργότερα, στις 14 Σεπτέμβρη, η κατάρρευση της Lehman Brothers, η οποία προκάλεσε μια βδομάδα πανικού στις χρηματαγορές. Μέσα σε εκείνη τη βδομάδα, η κυβέρνηση Μπους αναγκάστηκε να παρέμβει για να διασώσει την ασφαλιστική εταιρεία AIG, καταρρίπτοντας έτσι μέσα σε δέκα μέρες το ρεκόρ της «μεγαλύτερης κρατικοποίησης». Αμέσως μετά ανακοινώθηκε το «Σχέδιο Πόλσον» με τα 700 δις δολάρια για τη σωτηρία των τραπεζών και χαιρετίστηκε ως η «Μητέρα όλων των σχεδίων διάσωσης». Την Παρασκευή 19 Σεπτέμβρη τα Χρηματιστήρια υποδέχθηκαν το Σχέδιο Πόλσον με τη «μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο όλων των εποχών». Το πρωτοσέλιδο των Financial Times χαρακτήρισε εκείνη την άνοδο ως «βρυχηθμό έγκρισης». Αλλά υπήρξαν και σχολιαστές που παρατήρησαν ότι «αν αποτύχει αυτό το σχέδιο, ο κύριος Πόλσον δεν διαθέτει άλλα μπαζούκας στο οπλοστάσιο του (για την καταπολέμηση της κρίσης)».
Αυτές οι επιφυλάξεις επιβεβαιώθηκαν πολύ σύντομα, με το Αμερικάνικο Κογκρέσο να διχάζεται και τα Χρηματιστήρια να καταγράφουν τη «μεγαλύτερη εβδομαδιαία πτώση όλων των εποχών» από τις 6 ως τις 10 Οκτώβρη. Ήταν η επιβεβαίωση ότι η αμερικανική Kεντρική Tράπεζα και το αμερικάνικο Υπουργείο Οικονομικών δεν κατόρθωναν να συγκρατήσουν την κρίση, η οποία χτυπούσε πλέον δυνατά και στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αυτοθαυμάζονταν ότι διαθέτουν καλύτερους θεσμούς και «ρυθμιστικά πλαίσια» από το μοντέλο του «αγγλοσαξονικού καπιταλισμού» βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα. Ο Σαρκοζί έτρεξε να προτείνει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ισοδύναμου για το σχέδιο Πόλσον, η Μέρκελ το απέρριψε, αλλά οι πιέσεις της «Μαύρης Παρασκευής» 10 Οκτώβρη έφεραν τους ηγέτες των χωρών του ευρώ να μαζεύονται στο Παρίσι μαζί με τον (εκτός ευρώ) Γκόρντον Μπράουν και να συμφωνούν σε ένα ακόμα πιο κολοσσιαίο σχέδιο: αν ο Πόλσον κινητοποιούσε 700 δις δολάρια για τη σωτηρία των τραπεζών, το Σχέδιο Γκόρντον Μπράουν υποσχέθηκε 2000 δις ευρώ σε όλη την ΕΕ και έφτασε τα 3000 δις σε παγκόσμια κλίμακα.
Εκείνη τη Δευτέρα, 13 Οκτώβρη, οι αγορές «βρυχήθηκαν» ξανά χαιρετίζοντας αυτόν τον παγκόσμιο πακτωλό υπέρ των τραπεζών. Αλλά η ευφορία κράτησε ελάχιστα. Μια νέα «Μαύρη Παρασκευή» ξημέρωσε στις 24 Οκτώβρη με τα Χρηματιστήρια να καταγράφουν πτώσεις γύρω στο 10% μέσα σε μια μέρα. Δεν είχε καν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι στις σελίδες της Εργατικής Αλληλεγγύης (Νο 837, 15.10.2008) που προειδοποιούσε ενάντια στους πανηγυρισμούς για τον «μάγο Γκόρντον Μπράουν».
Ουσιαστικά, στο τέλος Οκτώβρη η κρίση έχει φτάσει στο σημείο που όλοι οι αναλυτές παραδέχονται ότι χτυπάει πια την «πραγματική οικονομία». Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναθεωρεί δραματικά προς τα κάτω τις προβλέψεις του για τους ρυθμούς ανάπτυξης. Ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας εκτιμά ότι μέχρι το τέλος του 2009 θα χαθούν 20 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Και οι πανικόβλητοι τραπεζίτες υπολογίζουν σε τεράστιο ύψος τις πιθανότητες χρεοκοπίας ολόκληρων χωρών : 90% για την Ουκρανία και το Πακιστάν, 30% για την Τουρκία».3
Τη συνέχεια την ξέρουμε καλά εδώ. Οι χρεοκοπίες χωρών δεν περιορίστηκαν στην Ουκρανία που μετατράπηκε σε πεδίο πολεμικής αναμέτρησης ΝΑΤΟ-Ρωσίας, αλλά χτύπησαν μέσα στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη με την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα και την Ισπανία να βαφτίζονται περιφρονητικά ως PIGS και να υποφέρουν τα μαρτύρια των Μνημονίων που συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Πάθημα-μάθημα;
Οι Κεντρικοί Τραπεζίτες και οι κυβερνήσεις ισχυρίζονται ότι έχουν μάθει πολλά από εκείνη την εμπειρία και έχουν φροντίσει να θωρακίσουν καλύτερα τις τράπεζες και όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Γίνεται παρακολούθηση με τα λεγόμενα stress tests που εκτιμούν τους κινδύνους. Τα τεστ αυτά για το 2025 στις ΗΠΑ, από την εκεί Κεντρική Τράπεζα Fed, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ακόμη και σε συνθήκες έντονης οικονομικής ύφεσης ο τομέας των ιδιωτικών πιστωτικών funds δεν θα απειλούσε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.4
Ωστόσο, ούτε οι κυβερνήσεις δεν είναι σήμερα πεισμένες για το «αλάθητο» των Κεντρικών Τραπεζών.
Προφανές παράδειγμα είναι οι διαμάχες του Τραμπ με τον Διοικητή της Fed, Jay Powell, για το αν τα επιτόκια θα έπρεπε να ανεβαίνουν ή να κατεβαίνουν. Ένα πρώτο διάστημα, ο Powell επέμενε σε άνοδο των επιτοκίων για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, ενώ ο Τραμπ απειλούσε να τον ξηλώσει για να πέσουν τα επιτόκια και να μειωθεί το κόστος δανεισμού του αμερικανικού δημοσίου. Πριν καλά-καλά προλάβουν να βρουν κάποιο συμβιβασμό, ήρθε η νέα αναταραχή στις αγορές με τον πόλεμο κατά του Ιράν με αποτέλεσμα η ίδια η Fed να είναι διχασμένη για το αν χρειάζεται ξανά άνοδος των επιτοκίων ενόψει νέας απειλής πληθωρισμού ή ξανά μείωση των επιτοκίων ενόψει στασιμότητας στην οικονομία. Στις 18 Μάρτη η αρμόδια επιτροπή της Fed αποφάσισε κατά πλειοψηφία να κρατήσει τα επιτόκια όπως έχουν, αποφεύγοντας και την επιλογή της αύξησης και την επιλογή της μείωσης:
«’Τα περισσότερα μέλη της επιτροπής ανέφεραν ανησυχίες ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω χαλάρωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας, πράγμα που θα απαιτούσε πρόσθετες περικοπές στα επιτόκια καθώς σημαντικά υψηλότερες τιμές πετρελαίου θα μείωναν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών’ σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίασης. Αλλά τα πρακτικά σημείωναν επίσης ότι ‘Πολλά μέλη της επιτροπής επισήμαναν τον κίνδυνο να παραμείνει ο πληθωρισμός υψηλός επί μεγαλύτερο από το αναμενόμενο χρονικό διάστημα λόγω επίμονης ανόδου των τιμών του πετρελαίου, στοιχείο που θα απαιτούσε αυξήσεις των επιτοκίων για να πέσει ο πληθωρισμός στα επίπεδα του στόχου της Επιτροπής, στο 2 τοις εκατό».5
Αυτό λέγεται επιλογή «βλέποντας και κάνοντας» μπροστά σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού.
Πέρα από την αμηχανία των κεντρικών τραπεζιτών, υπάρχει και ο παράγοντας των πολιτικών πιέσεων που ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν ακόμη και σε εποχές που όλοι αυτοί ορκίζονταν στην «ανεξαρτησία» των Κεντρικών Τραπεζών. Μέσα σε περίοδο όξυνσης των ανταγωνισμών, τα κριτήρια δεν είναι μόνο οικονομικά αλλά και ανοιχτά πολιτικά. Κραυγαλέο παράδειγμα για την ελληνική περίπτωση παραμένει το πρώτο Μνημόνιο, όπου το επιτόκιο για τη «διάσωση» από τη χρεοκοπία καθορίστηκε με κριτήρια… τιμωρητικά. Αυτό το βεβαιώνει πρώην Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος σε πρόσφατο βιβλίο του:
«Ο ESM αναφέρει ότι οι όροι της Ελληνικής Δανειακής Διευκόλυνσης στην πραγματικότητα καθόριζαν τα επιτόκια προσαυξημένα κατά τρεις πλήρεις ποσοστιαίες μονάδες ή περισσότερο πάνω από το ‘κανονικό’ επιτόκιο της αγοράς (…) Γενικά, η πολιτική στάση των ηγετών της ΕΕ ήταν ότι η Ελλάδα έφταιγε για τα προβλήματα που μόνη της είχε δημιουργήσει. Οι όροι ήταν επίτηδες τιμωρητικοί».6
Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε τις καθησυχαστικές προβλέψεις ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά.
Ένα άλλο επιχείρημα που προβάλλεται σε καθησυχαστική κατεύθυνση είναι οι δήθεν αναπτυξιακές επιδράσεις της αύξησης των πολεμικών δαπανών. Σύμφωνα με αυτές τις διακηρύξεις, οι αυξημένες κρατικές δαπάνες για εξοπλισμούς ενισχύουν την απασχόληση στις πολεμικές βιομηχανίες και ενθαρρύνουν τις επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα προς όφελος συνολικά της οικονομίας που ξεφεύγει με αυτόν τον τρόπο από την απειλή της στασιμότητας ή της ύφεσης.
Η απάντηση έρχεται από το ίδιο το ΔΝΤ!
«Οι αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες τείνουν να ανεβάζουν τον πληθωρισμό και να συσσωρεύουν δημοσιονομικά προβλήματα χωρίς να επιφέρουν ανοδικά αποτελέσματα με διάρκεια στις οικονομίες, προειδοποιεί το ΔΝΤ. Στοιχεία από 164 χώρες δείχνουν ότι τα ελλείμματα επιδεινώθηκαν κατά 2,6 τοις εκατό του ΑΕΠ ως αποτέλεσμα ανεβασμένων αμυντικών δαπανών, ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε τρία χρόνια. (…) Τα ευρήματα περιορίζουν τους ισχυρισμούς πολλών ευρωπαίων πολιτικών σχετικά με τις δυνατότητες των αυξημένων αμυντικών δαπανών να αναζωογονήσουν τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης και να τονώσουν την άνοδο της παραγωγικότητας».7
Προφανώς ανάμεσα σε αυτούς τους «πολλούς ευρωπαίους πολιτικούς» περιλαμβάνονται ο Μητσοτάκης και ο Δένδιας.
Οι πραγματικές αιτίες
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται καθηλωμένη σε έναν φαύλο κύκλο. Οι χρηματαγορές ανησυχούν ότι η πολεμική κλιμάκωση μπορεί να προκαλέσει ένα σοκ που θα επαναφέρει την κρίση του 2008. Και η άνοδος των δαπανών για εξοπλισμούς δεν φέρνει μια αναπτυξιακή ώθηση που να απαλύνει τα προβλήματα της υπερχρέωσης και της κερδοσκοπικής φούσκας. Γιατί υψώνονται αυτά τα αδιέξοδα;
Οι απολογητές του καπιταλισμού πάντα ισχυρίζονται ότι τα όποια προβλήματα ξεκινούν από «εξωγενείς» παράγοντες. Η κρίση της δεκαετίας του 1970 ήταν «πετρελαϊκή» και τώρα ξανά το πρόβλημα είναι οι αστοχίες του Τραμπ στον Περσικό Κόλπο. Τόσα χρόνια μετά το Κραχ του 1929, οι αστοί οικονομολόγοι εξακολουθούν να μην κατανοούν πώς ξέσπασε η κρίση.
Όλες οι απόπειρες της επίσημης, αστικής οικονομικής επιστήμης να ανακαλύψουν τα πραγματικά αίτια που οδήγησαν στη Μεγάλη Ύφεση έχουν αποτύχει παταγωδώς. Ο Φρίντριχ φον Χάγιεκ, ο διάσημος φανατικός υπέρμαχος του κλασσικού φιλελευθερισμού της αγοράς, θεωρούσε ότι το πρόβλημα είχε ξεκινήσει από τα χαμηλά επιτόκια της κεντρικής τράπεζας που “παραμόρφωσαν” τα σήματα της αγοράς και οδήγησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1920 σε μια σειρά μη βιώσιμων επενδύσεων.
Ο Μίλτον Φρίντμαν (ο διαβόητος γκουρού του νεοφιλελευθερισμού) συμφωνούσε με τον Χάγιεκ ότι το πρόβλημα είχε προκληθεί από λανθασμένες παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: η προσφορά χρήματος, έλεγε, ήταν υπερβολικά μικρή. Το κακό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν η αμερικανική κεντρική τράπεζα χαλάρωνε την νομισματική της πολιτική το 1929/30, δηλαδή έριχνε τα επιτόκια ακόμα πιο κάτω αντί να τα ανεβάσει.8
Σύμφωνα με τέτοιες θεωρίες, η ελεύθερη αγορά με κριτήριο το κέρδος καταλήγει σε ισορροπίες τιμωρώντας τις επιχειρήσεις που υστερούν σε παραγωγικότητα και επιβραβεύοντας την «υγιή επιχειρηματικότητα». Κλείνουν τα μάτια στο γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που προκαλεί κρίσεις. Χρειάζεται να στραφούμε στον Μαρξ για να καταλάβουμε αυτές τις αντιφάσεις.
Ο Μαρξ έχει περιγράψει τον καπιταλισμό συνοπτικά αλλά πολύ περιεκτικά σαν ένα σύστημα που στηρίζεται σε «τυφλή ανταγωνιστική συσσώρευση καπιταλιστικών μονάδων με κριτήριο το ποσοστό κέρδους». Κάθε λέξη σε αυτή την περιγραφή έχει τη σημασία της.9
Τυφλή, διότι δεν υπάρχει κανένας κεντρικός σχεδιασμός, καμιά αρχή. Ούτε ο πλανητάρχης, ούτε το ΔΝΤ, ούτε η Παγκόσμια Τράπεζα, ούτε ο ΟΟΣΑ, ούτε κανένας δεν επιβάλλει σχέδιο στο τι θα κάνουν οι επιχειρήσεις. Η απόφαση για το τι, πού, πώς επενδύεται είναι τυφλή, χωρίς συνολική εικόνα των επιμέρους καπιταλιστών.
Ανταγωνιστική, διότι κάθε μεγάλη επιχείρηση, κάθε πολυεθνική και κεφάλαιο, αποφασίζει σε ανταγωνισμό με τους διπλανούς του. Τρέχει να προλάβει τους ανταγωνιστές του, διότι η λειτουργία του συστήματος είναι ότι όποια επιχείρηση προλάβει να πιάσει το τρένο των επενδύσεων είναι αυτή που βγαίνει νικήτρια και οι ανταγωνιστές βουλιάζουν.
Συσσώρευση, διότι το θέμα δεν είναι τι παράγουμε, πόσο χρήσιμο είναι, τι ανάγκες καλύπτει. Αλλά το πώς θα μπορέσουμε να πάρουμε μεγαλύτερες διαστάσεις, μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς, πώς θα αυγατίσει το κεφάλαιο.
Και το κριτήριο είναι το ποσοστό κέρδους. Κάθε καπιταλιστής, από τους μικρούς μεμονωμένους του 19ου αιώνα μέχρι τα μεγαθήρια του 21ου, ο τρόπος με τον οποίο μετράει το αν αξίζει να ρίξει τα κεφάλαιά του σε μια καινούργια επένδυση είναι το προσδοκώμενο ποσοστό κέρδους. Είναι το απόλυτο κριτήριο. Είναι το μέτρημα που κάνει και που λέει ότι αν για παράδειγμα μια επένδυση έχει μεγάλη απόδοση, τότε αξίζει τον κόπο διότι έτσι θα μπορεί να πληρώνει το δάνειο στις τράπεζες, θα μπορεί να εξασφαλίσει την απόσβεση των μηχανημάτων της επένδυσης και θα του μείνει και ένα μερίδιο από αυτό το ποσοστό, μεγαλύτερο από αυτό που θα πιάσει αν τα λεφτά του τα έχει στην τράπεζα, στο χρηματιστήριο ή στην κάθε κερδοσκοπική φούσκα. Αυτό είναι το άλφα και το ωμέγα.
Τάση προς τις κρίσεις
Με τη βοήθεια του Μαρξ μπορούμε να πάμε και στο γιατί αυτό το σύστημα, της τυφλής ανταγωνιστικής συσσώρευσης με κριτήριο το ποσοστό κέρδους, δημιουργεί από μόνο του την τάση προς τις κρίσεις, γιατί υπονομεύει το ίδιο το ύψιστο κριτήριο των καπιταλιστών, το ποσοστό κέρδους. Ο πρώτος λόγος, σύμφωνα με το Μαρξ, είναι ότι ο καπιταλισμός είναι εμπορευματική παραγωγή. Δεν είναι παραγωγή που την απασχολεί η «αξία χρήσης» των προϊόντων. Σημασία δεν έχει το πόσο χρήσιμο είναι το προϊόν, σημασία έχει τι αξία έχει στην αγορά, η «αξία ανταλλαγής».
Τον καιρό του Μαρξ ακόμα, παρόλη την επέκταση του καπιταλισμού σε διεθνή κλίμακα, υπήρχαν κομμάτια που βρίσκονταν έξω από την εμπορευματική παραγωγή. Παραδείγματος χάρη αγρότες που μπορούσαν να έχουν ένα κομμάτι από τα χωράφια για τη δική τους κατανάλωση. Σήμερα αυτά έχουν τελειώσει. Ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Κίνας, αυτά τα κομμάτια έχουν εξαφανιστεί. Έγιναν προλετάριοι. Το ίδιο ισχύει για την Ινδία, την Ινδονησία, για πολλές χώρες της Αφρικής, προφανώς και της Λατινικής Αμερικής. Άρα αυτό που έβαζε ο Μαρξ στην εποχή του και μπορεί να έλεγαν ότι δεν ισχύει για όλους, πλέον ισχύει παντού.
Από πού όμως βγαίνει το κέρδος μέσα από αυτή τη διακίνηση του προϊόντος; Ναι, παράγουμε με κριτήριο την αξία ανταλλαγής και όχι χρήσης, μας ενδιαφέρει τι πιάνει στην αγορά το προϊόν. Αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του να εξηγήσει από πού βγαίνει το κέρδος. Όλοι οι θεωρητικοί του καπιταλισμού λένε ότι το κέρδος είναι η ανταμοιβή του κεφάλαιου, όπως ανταμοιβή έχουν όλοι οι συντελεστές της παραγωγής. Ο εργάτης παίρνει μεροκάματο, η γη παίρνει ενοίκιο, το κεφάλαιο παίρνει το κέρδος ως ανταμοιβή του. Φυσιολογικά πράγματα. Δεν είναι όμως έτσι.
Το κέρδος προέρχεται από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Στον καπιταλισμό η ίδια η εργατική δύναμη έχει γίνει εμπόρευμα που ανταλλάσσεται στην αγορά. Η ανταλλακτική της αξία καθορίζεται από αυτά που χρειάζεται ο εργάτης και η εργατική οικογένεια για να επιβιώσει και να αναπαραχθεί. Στην παραγωγή όμως, αυτό που παράγει ο εργάτης είναι πολύ περισσότερο από αυτό το οποίο χρειάζεται για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης, είναι πολύ περισσότερο από το μεροκάματο. Αυτό που βγαίνει είναι υπεραξία που είναι η άλλη έννοια που βάζει ο Μαρξ στην ανάλυσή του. Και μας είναι απαραίτητη για να πάμε στο θέμα του ποσοστού κέρδους.
Τι είναι το ποσοστό κέρδους; Είναι ένα κλάσμα που στον αριθμητή είναι η υπεραξία και στον παρονομαστή είναι το άθροισμα του κεφάλαιου που έχει ξοδέψει ο καπιταλιστής για την επένδυση (σταθερό κεφάλαιο) και του κεφάλαιου που έχει ξοδέψει σε μεροκάματα (μεταβλητό κεφάλαιο). Τί συμβαίνει καθώς προχωράει ο οικονομικός κύκλος σε αυτό το κλάσμα; Η υπεραξία εξαρτιέται από το μεταβλητό κεφάλαιο, την εργασία. Το κλάσμα έχει την τάση να μεγαλώνει τον παρανομαστή του, γιατί χρειάζεται όλο και περισσότερο επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο για να μπορεί να μεγαλώνει η παραγωγικότητα της εργασίας και να αυξάνει το κέρδος.
Το κέρδος αυξάνει αλλά το ποσοστό κέρδους μειώνεται, γιατί ο παρονομαστής μεγαλώνει, γιατί οι επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο γίνονται όλο και μεγαλύτερες. Άρα ο ίδιος ο καπιταλισμός, στη διαδικασία του, στην τυφλή του ανταγωνιστική συσσώρευση, υπονομεύει το ύψιστο κριτήριο με το οποίο γίνονται οι επενδύσεις. Το ποσοστό του κέρδους τείνει να πέσει και άπαξ και πέσει, το κίνητρο για τους καπιταλιστές να πάνε στον επόμενο γύρο επενδύσεων είναι μειωμένο. Οι επενδύσεις πέφτουν και όταν πέφτουν αρχίζει η οικονομική κρίση.
Αυτό είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό κρατούμενο. Γιατί στην ιστορία, μέχρι να φτάσουμε και στη σημερινή κρίση, ποτέ οι καπιταλιστές δεν παραδέχονται ότι η ύφεση και η οικονομική βουτιά ξεκίνησε από τον εαυτό τους, από το ότι φρενάρουν και σταματάνε τις επενδύσεις, από το ότι μειώνουν το ρυθμό τους. Τα στατιστικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν. Αλλά οι ίδιοι πάντα προσπαθούν να το υπεκφύγουν.
Άμα όμως είναι έτσι, αν η αιτία είναι σε αυτογκόλ του καπιταλισμού που σπάει το ίδιο το ελατήριο με το οποίο κινείται η οικονομία, τότε γιατί δεν έχει κλατάρει ο καπιταλισμός εδώ και 200 χρόνια; Γιατί δεν έχει γίνει μόνιμη η κρίση από τον καιρό του Μαρξ. Γιατί περνάμε εποχές που ο καπιταλισμός αναπτύσσεται και μετά ξανάρχεται η κρίση; Τι εξήγηση δίνουμε γι’ αυτό;
Χρειάζεται να απαντήσουμε γιατί στον καιρό του Μαρξ οι κρίσεις λειτουργούσαν σαν κλαδευτήρια. Στη βλάστηση του καπιταλισμού, η κρίση κλάδευε τις προβληματικές επιχειρήσεις και άφηνε περιθώριο σε αυτές που επιβίωναν, να αναπτυχθούν. Η κρίση λειτουργούσε σαν καταστροφή κεφάλαιου, αποκατάσταση της κερδοφορίας και έναρξη ενός νέου κύκλου. Αυτός ο αυτόματος μηχανισμός λειτουργούσε το 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου. Αλλά από μια στιγμή και μετά μειώθηκε η δυνατότητά του να ξεκαθαρίζει το τοπίο και να προχωράμε πέρα από τις κρίσεις.
Για δύο λόγους, για τους οποίους επίσης μιλάει ο Μαρξ και ονομάζει «συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφάλαιου». Μετά το κλαδευτήρι της κρίσης που άνοιγε το τοπίο για να αναπτυχτούν ξανά οι επιχειρήσεις, αυτό που προέκυπτε είναι όλο και μεγαλύτερες και πιο συγκεντροποιημένες μονάδες κεφάλαιου. Επιχειρήσεις, που, για να μιλήσουμε με τη σύγχρονη ορολογία, οι ίδιοι οι καπιταλιστές και το κράτος τους θεωρούσαν πλέον πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν. Στις μέρες μας αυτό έχει γίνει σλόγκαν. Too big to fail.
Αυτού του είδους τα προβλήματα άρχισαν να είναι ορατά από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν μπαίνουμε στην περίοδο του ιμπεριαλισμού και τη σύνδεση ανάμεσα στο μεγάλο κεφάλαιο και το κράτος. Ουσιαστικά, η έξοδος από την κρίση του Μεσοπολέμου έγινε με τη μεγαλύτερη καταστροφή κεφαλαίου στην ιστορία, την καταστροφή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου -όταν ισοπεδώθηκε η Γερμανία, όταν καταστράφηκε η Γαλλία και όλοι οι “δημοκρατικοί” σύμμαχοι και μπήκε μπροστά το σχέδιο Μάρσαλ, η μεταπολεμική περίοδος, για να φέρει μια καινούργια ανάπτυξη του καπιταλισμού.
Από οικονομική άποψη, η νοσταλγία των διαχειριστών του καπιταλισμού για εκείνη την περίοδο έχει πραγματική βάση. «Το σύστημα συνολικά ποτέ δεν γνώρισε τόσο γοργή και τόσο διαρκή ανάπτυξη όσο στο διάστημα μετά τον πόλεμο» έγραφε τον Δεκέμβρη του 1967 ο Μάικλ Κίντρον. «Δυο φορές πιο γρήγορα ανάμεσα στο 1950 και το 1964 σε σύγκριση με το διάστημα από το 1913 μέχρι το 1950».10
«Φτάνοντας στα 1970, το Αμερικανικό ΑΕΠ ήταν τριπλάσιο σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1940. Το Γερμανικό ήταν πενταπλάσιο από τα (πεσμένα) επίπεδα του 1947. Το Γαλλικό τετραπλάσιο. Μια άνοδος κατά δεκατρείς φορές στη βιομηχανική παραγωγή είχε μετατρέψει την Ιαπωνία στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία πίσω από τις ΗΠΑ» συμπληρώνει την εικόνα ο Κρις Χάρμαν.11
Ο καπιταλισμός δεν γνώρισε τέτοια περίοδο ανάπτυξης ούτε πριν ούτε μετά από εκείνα τα χρόνια. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους επανήλθε και μαζί της οι κρίσεις. Όπως φαίνεται στα διαγράμματα, το μέσο ποσοστό κέρδους σε παγκόσμια κλίμακα παρουσιάζει μια μακροπρόθεσμα πτωτική τάση με διακυμάνσεις κατά περιόδους. Από τα επίπεδα του 19ου αιώνα πέφτει τις παραμονές του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου, ανακάμπτει προσωρινά και βυθίζεται ακόμη πιο χαμηλά στη δεκαετία του 1930. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, διατηρείται σε υψηλά επίπεδα στα χρόνια της «χρυσής εποχής», κατρακυλάει στη συνέχεια και δεν ξαναφτάνει σε εκείνα τα επίπεδα ούτε στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, πριν πέσει ξανά στα χρόνια της κρίσης που ζούμε σήμερα. Το μέσο ποσοστό κέρδους στις οικονομίες των G7 πλουσιότερων χωρών εμφανίζει αντίστοιχη πορεία.
Οι τράπεζες και οι φούσκες
Ένα στοιχείο που έρχεται να προστεθεί σε αυτή την εικόνα είναι ο ρόλος των τραπεζών. Ιστορικά, η άνοδος του τραπεζικού συστήματος θεωρήθηκε παράγοντας σταθεροποιητικός μέχρι και αποτρεπτικός των κρίσεων του καπιταλισμού. Σήμερα, όμως, έχουμε φτάσει στο σημείο όπου οι ανησυχίες για νέα βουτιά στην οικονομία ξεκινούν από το φόβο για τις φούσκες του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Τι κάνουν οι καπιταλιστές τα διαθέσιμα κεφάλαιά τους μέχρι να ανοίξει ένας επόμενος κύκλος ικανοποιητικών γι’ αυτούς κερδοφόρων παραγωγικών επενδύσεων; Η απάντηση σε αυτό το ζήτημα ήταν οι τραπεζικές καταθέσεις. Κανένας καπιταλιστής δεν κρατούσε τα αναξιοποίητα ρευστά αποθεματικά του κάτω από το στρώμα του κρεβατιού του. Στις τράπεζες έβρισκε μια απόδοση σε τόκους περιμένοντας την επόμενη επενδυτική ευκαιρία. Και από τις τράπεζες και αργότερα από τα χρηματιστήρια αντλούσε τα επιπλέον κεφάλαια που ήταν αναγκαία για να επεκτείνει τις δραστηριότητές του με νέες επενδύσεις. Η κερδοσκοπία ποτέ δεν έλειπε από αυτή την εικόνα, με αυξημένες αγορές πρώτων υλών, παραδείγματος χάρη, όταν προβλεπόταν μια άνοδος της τιμής τους και άλλες παρόμοιες κινήσεις. Αλλά αυτά τα φαινόμενα δεν είχαν τις σημερινές διαστάσεις.
Η επέκταση του τραπεζικού συστήματος και η άντληση κεφαλαίων μέσα από την διάθεση μετοχών στα χρηματιστήρια πήραν μεγάλες διαστάσεις στις αρχές του εικοστού αιώνα με την ανάδυση του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Οι μελέτες του Χίλφερντινγκ βοήθησαν τους μαρξιστές να κατανοήσουν τις οικονομικές εξελίξεις, αν και ο ίδιος οδηγήθηκε πολιτικά προς τις αναθεωρητικές απόψεις του Μπέρνσταϊν που είδε σε αυτές τις αλλαγές το ξεπέρασμα των κρίσεων του καπιταλισμού. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν αυτή που επισήμανε ότι ο νέος τότε ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν διπλός: διευκόλυνε την ευελιξία του συστήματος, αλλά ταυτόχρονα έκανε τις κρίσεις να παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις όταν ξεσπούσαν.12
Σήμερα, έχουμε φτάσει σε σημείο όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις τοποθετούν τεράστιο μέρος από τα κέρδη τους στην χρηματιστηριακή κερδοσκοπία.
Σύμφωνα με στοιχεία από την έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Global Financial Stability Report τα μερίσματα και οι επαναγορές μετοχών αντιπροσώπευαν το διπλάσιο ποσοστό επί των κεφαλαίων των εταιρειών το 2018 σε σύγκριση με το 2010. Δίπλα σε αυτό πρέπει να προστεθούν τα ποσά που διατέθηκαν για εξαγορές και συγχωνεύσεις άλλων επιχειρήσεων, τα οποία εκτοξεύτηκαν από σχεδόν μηδενικά επίπεδα το 2011 σε ύψη που φτάνουν κοντά στο 50% των εκταμιεύσεων για μερίσματα και επαναγορές μετοχών. Αντίθετα, οι δαπάνες για επενδύσεις παραμένουν στα ίδια επίπεδα με το 2012. Η μεγαλύτερη ώθηση για το αμερικανικό χρηματιστήριο προέρχεται από το γεγονός ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τη φτηνή χρηματοδότηση για επαναγορά των δικών τους μετοχών ανεβάζοντας την τιμή των μετοχών τους και τη «χρηματιστηριακή αξία» της εταιρείας. Το 2018 οι επαναγορές έφτασαν τα 1,18 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό διπλάσιο από αυτό που επενδύθηκε σε παραγωγικό δυναμικό (εργοστάσια, γραφεία, εξοπλισμό, λογισμικό κλπ).13
Η τάση αυτή παίρνει όλο μεγαλύτερες και πιο ανεξέλεγκτες διαστάσεις, γι’ αυτό έχουμε φτάσει στο σημείο όπου εκφράζονται οι ανησυχίες ότι τα προβλήματα των ιδιωτικών Funds μπορεί να πυροδοτήσουν νέα χρηματοπιστωτική κρίση.
Δίπλα σε αυτές, έρχονται να προστεθούν οι ανησυχίες για την υποχώρηση της θέσης του δολάριου ως κυρίαρχο νόμισμα στις διεθνείς συναλλαγές. Η ηγεμονία του δολάριου ήταν βασικό στοιχείο στο διεθνή συντονισμό κεντρικών τραπεζών και κυβερνήσεων για τον παρεμβατισμό τους απέναντι στην κρίση του 2008. Σήμερα αυτή η «κολώνα» κλονίζεται, όπως φτάνουν να διαπιστώνουν ακόμη και αρθρογράφοι στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς:
«Ανάμεσα στις πολλές συνέπειες της αναμέτρησης στα στενά του Ορμούζ, φαίνεται ότι μπορεί να θεωρούμε την περασμένη βδομάδα ως το σημείο όπου ένα από τα πιο δυνατά γεωπολιτικά εργαλεία των ΗΠΑ αποδείχθηκε εξασθενισμένο. Πρώτες ενδείξεις είχαμε δει το 2022, όταν απέτυχαν οι οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας. Τώρα, η αναποτελεσματικότητα του δολάριου ως όπλου αναδείχθηκε στον Περσικό Κόλπο. Το Ιράν όχι μόνο αφηφά τις κυρώσεις, αλλά σύμφωνα με το Lloyd’s List Intelligence απαιτεί μέχρι 2 εκατομμύρια δολάρια ως διόδια για τη διέλευση δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ και φτάνει στο σημείο να διεκδικεί ότι η πληρωμή θα γίνεται σε κρυπτονομίσματα».14
Μειωμένος ρόλος του δολάριου στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα σημαίνει οξύτερους ανταγωνισμούς και κατά συνέπεια μεγαλύτερη αστάθεια. Ήδη οι ανησυχίες μεταφράζονται σε πιέσεις πάνω σε υπερχρεωμένα κράτη στην καρδιά της ΕΕ.
«Το επιτόκιο δανεισμού με δεκαετή ομόλογα της Ιταλίας έφτασε στο 4,14% την Παρασκευή 10 Απρίλη. Της Γαλλίας έφτασε στο 3,9%, το υψηλότερο από το 2009. Αν το κόστος δανεισμού της Γερμανίας ανέβει πάνω από το 3,5%, τα επιτόκια για την Ιταλία και τη Γαλλία θα φτάσουν το 5%, δηλαδή σε επίπεδα όπου το χρέος τους δεν είναι διαχειρίσιμο».15
Όλοι/ες/α μπορούμε να καταλάβουμε τι επιπτώσεις θα έχει μια τέτοια εξέλιξη για τον ελληνικό καπιταλισμό που ακόμα κουβαλάει τα μνημονιακά βάρη της προηγούμενης «διάσωσης». Μια τέτοια προοπτική δεν είναι απλά «αδιανόητη», είναι κυριολεκτικά καταστροφική. Η πάλη ενάντια στον πόλεμο και για αντικαπιταλιστική ανατροπή παίρνει κατεπείγουσες διαστάσεις.
Σημειώσεις
1. Kristalina Georgieva, Coping and Thriving in a Fluid World, https://www.imf.org/en/news/articles/2026/03/09/sp030926-coping-and-thriving-in-a-fluid-world
2. Gillian Tett, Should investors worry about a 2008-style shock?, Financial Times, March 13 2026, https://www.ft.com/content/d8d1397e-143f-4c28-b872-1efebfa86cef?emailId=138601fb-4d2a-4db1-994b-adc1b3d955ee&fbclid=IwY2xjawQreodleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFwSTA0aVpFMndFUFduWXp4c3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHp3llVDbgOZfVXZtWVhtGqi5OIo07t7RjFTb98wXKR_cnbGMeLNiFzEdaYur_aem_5Klu1I_i2H2GArD1fVS3Qw&segmentId=c393f5a6-b640-bff3-cc14-234d058790ed&syn-25a6b1a6=1
3. Πάνος Γκαργκάνας, Κραχ- πέρα από το νεοφιλελευθερισμό, Σοσιαλισμός από τα κάτω Νο71, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2008, https://socialismfrombelow.gr/article.php?id=628&issue=71#gsc.tab=0
4. Michael Roberts, Iran and the US economy, https://thenextrecession.wordpress.com/2026/03/19/iran-and-the-us-economy/?fbclid=IwY2xjawQrdOVleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFwSTA0aVpFMndFUFduWXp4c3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHkdvhaO_9ZXkDNHk1JG2ToudcwyTfijetZiaeRX2N7-oRZ1ZPXdSMu--dlqw_aem_D0-InKmnRD8LYTuO9hk-8w
5. Federal Reserve officials sparred over response to energy surge caused by Iran war, Financial Times April 8 2026, https://www.ft.com/content/8e80cb53-eef8-4a59-a5c7-34da5c027381?syn-25a6b1a6=1
6. Νικόλαος Χ. Γκαργκάνας, Η κρίση δημοσίου χρέους της Ελλάδος και τα οικονομικά της παρεπόμενα, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2025, σελ. 161 και 169
7. IMF sees limited wins from defence boom, Financial Times, April 9 2026, https://ft.pressreader.com/1389/20260409/281569477288453
8. Σωτήρης Κοντογιάννης, Το κραχ του 1929, Σοσιαλισμός από τα κάτω Νο 136, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2019, https://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1187
9. Πάνος Γκαργκάνας, Ο Μαρξ και η μακρόσυρτη κρίση του καπιταλισμού, Εργατική Αλληλεγγύη 1433, 5 Αυγούστου 2020, https://ergatiki.gr/article.php?id=22660&issue=1433
10. Michael Kidron, Western capitalism since the war, Weidenfeld and Nicolson, London 1968, page ix
11. Κρις Χάρμαν, Καπιταλισμός Ζόμπι, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2011, σελ. 213
12. Rosa Luxemburg, Social reform or revolution, Merlin press, London. “Credit eliminates the remaining rigidity of capitalist relationships. It introduces everywhere the greatest elasticity possible. … Doing this it facilitates and aggravates crises”.
13. Πάνος Γκαργκάνας, Το τραπεζικό ζήτημα, Σοσιαλισμός από τα κάτω Νο134, Μάης-Ιούνης 2019, https://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1160&issue=134#gsc.tab=0
14. Iran war has exposed the weakness of the dollar, https://www.ft.com/content/ace89a7d-39f1-4901-ab32-fdb8ab2b86aa
15. Eurozone borrowing costs soar on fears of fiscal hit from Iran shock, https://www.ft.com/content/8fbabe23-f9d7-4d6e-b7e0-2281a28d0b2c?syn-25a6b1a6=1
