Βιβλιοκριτική
Βιβλιοκριτική: "Μαρτυρίες από την αντίσταση, τον εμφύλιο, την υπερορία, τον επαναπατρισμό"

Μαρτυρίες από την αντίσταση, τον εμφύλιο, την υπερορία, τον επαναπατρισμό
Συλλογικό
Επιμέλεια: Τζέλα Βαρνάβα-Σκούρα, Προκόπης Παπαστράτης

498 σελίδες, 32 €
Εκδόσεις Ασίνη

 

Το βιβλίο αυτό συγκροτήθηκε κυρίως από το υλικό συνεντεύξεων που είχα πραγματοποιήσει την άνοιξη του 1985 με πολλούς και πολλές από τους Έλληνες και τις Ελληνίδες που συμμετείχαν στην παραγωγή της βρετανικής τηλεοπτικής σειράς ιστορικού ντοκιμαντέρ Greece: The Hidden War (Ελλάδα: Ο Κρυμμένος Πόλεμος) – η οποία αποτελείται από τρία σπονδυλωτά μέρη: Ι. Η Μάχη για την Αθήνα, II. Ο Εμφύλιος Πόλεμος, III. Ο Επαναπατρισμός.1 Παραγωγός ήταν η Jane Gabriel, γνωστή για τα αντισυμβατικά και τολμηρά κοινωνικά ντοκιμαντέρ της, η οποία μαζί με τον Γιάνη Γιανουλόπουλο, ομότιμο καθηγητή, σήμερα, του Παντείου Πανεπιστημίου, που ήταν ο ιστορικός σύμβουλος της παραγωγής, επεξεργάστηκαν τα ιστορικά θέματα της τηλεοπτικής σειράς και στη συνέχεια ξεκίνησε η έρευνα, στην οποία συμμετείχα, για τα πρόσωπα που θα έπαιρναν μέρος στο ντοκιμαντέρ. 

Η σειρά παρουσιάζει για πρώτη φορά τα γεγονότα της εποχής από την οπτική των ηττημένων με αφηγήσεις που αφορούν βιωμένες εμπειρίες από την Κατοχή, την Αντίσταση, την Απελευθέρωση και από τα γεγονότα που οδήγησαν στον Εμφύλιο Πόλεμο. Περιγράφονται βιώματα του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής πραγματικότητας στην Ελλάδα, καθώς επίσης βιώματα από τον εκπατρισμό μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και τον επαναπατρισμό που ξεκίνησε για πολλούς και πολλές μετά την κατάρρευση της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών το 1974, με τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας, μια διαδικασία που έγινε ακόμα πιο έντονη μετά την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1982.2 

Συνδυάζοντας τις μαρτυρίες από τις συνεντεύξεις με την τεκμηρίωση από τα έγγραφα του Foreign Office για την αντίστοιχη χρονική περίοδο, η σειρά αναδεικνύει τον καταλυτικό ρόλο της βρετανικής πολιτικής απέναντι στο κίνημα της αντίστασης που αναπτύχθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο στην Ελλάδα· μιας πολιτικής που οδήγησε στον Εμφύλιο Πόλεμο με τις καταστροφικές συνέπειες στις ζωές των ανθρώπων που πάλεψαν για την εθνική απελευθέρωση, για την εθνική ανεξαρτησία, για μια καλύτερη, πιο δίκαιη κοινωνία, για μια κοινωνική δημοκρατία, όπως έλεγε ο Νίκος Σβορώνος,3 και ηττήθηκαν. 

Η σειρά του ντοκιμαντέρ Ελλάδα: O Κρυμμένος Πόλεμος προβλήθηκε στη βρετανική τηλεόραση, σε ζώνη υψηλής τηλεθέασης τον Ιανουάριο του 1986, και είχε ιδιαίτερα σημαντική ανταπόκριση προσελκύοντας μεγάλο αριθμό τηλεθεατών. Ήδη όμως από το πρώτο επεισόδιο υπήρξαν έντονες αντιδράσεις, καθώς όλα όσα έβλεπαν για πρώτη φορά οι Βρετανοί τηλεθεατές ήταν αντίθετα με την επίσημη και έντονα προβαλλόμενη πολιτική «γραμμή» του Λονδίνου σε σχέση με το τι συνέβαινε στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1940.4

Δυστυχώς, ως αποτέλεσμα των αντιδράσεων και των πιέσεων που υπήρξαν, η τηλεοπτική σειρά δεν επαναπροβλήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο ούτε έγινε διανομή σε άλλες χώρες. 

Όσο περνούσαν τα χρόνια, μεγάλωνε η απογοήτευση για το γεγονός ότι ο Κρυμμένος Πόλεμος, μη έχοντας διανομή στην Ελλάδα και αλλού, δεν είχε την προβολή που ελπίσαμε όλοι εμείς που είχαμε εμπλακεί στη δημιουργία της σειράς.5 Όταν με το πέρασμα του χρόνου οι περισσότεροι Έλληνες και οι περισσότερες Ελληνίδες αφηγητές και αφηγήτριες είχαν φύγει από τη ζωή, θεώρησα ότι θα έπρεπε, ως ελάχιστο φόρο τιμής, για τα όσα συγκλονιστικά μας είχαν εξιστορήσει να τα προβάλουμε με έναν άλλον τρόπο, παρουσιάζοντάς τα με τη μορφή βιβλίου. 

Γνώριζα, ασφαλώς, ότι ο συνολικός όγκος του υλικού των συνεντεύξεων ήταν πολύ μεγαλύτερος από εκείνον που είχε συμπεριληφθεί στη σειρά. Αυτές οι μαρτυρίες, στο σύνολό τους, θεωρούσα ότι μπορούσαν να συγκροτήσουν ένα εύχρηστο βιβλίο για όσους και όσες μελετούν τα γεγονότα της εποχής, δίνοντας αξία και στις προφορικές μαρτυρίες –κυρίως σήμερα που κάθε δυνατότητα πρόσθετης συλλογής αφηγηματικών μαρτυριών από βιωμένες εμπειρίες γι’ αυτή την εποχή έχει εκλείψει. 

Την ιδέα αυτή συζήτησα βέβαια με τον Γιάνη Γιανουλόπουλο, και τον καλό φίλο Προκόπη Παπαστράτη, ομότιμο Καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, γνωστό για το ερευνητικό και διδακτικό του έργο σχετικά με την ιστορία της εποχής, ζητώντας τη συνεργασία τους. Και οι δύο αντιμετώπισαν πολύ θετικά το σχέδιο για ένα τέτοιο βιβλίο. Παράλληλα, η Τζέιν Γκάμπριελ, με την οποία συζήτησα επίσης το θέμα, συμφώνησε και η ίδια για το ενδιαφέρον που είχε η πρότασή μου. 

Με τον Προκόπη Παπαστράτη συνεργαστήκαμε στενά επί δύο χρόνια στην επιμέλεια του σχετικού υλικού και μαζί επεξεργαστήκαμε πλήθος θεμάτων που προέκυπταν σε κάθε βήμα. Ο Γιάνης Γιανουλόπουλος, καθώς είχε αναλάβει άλλες υποχρεώσεις, δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στη συγκρότηση αυτού του βιβλίου. 

Την άνοιξη του 1985 η ιστορική συγκυρία στην Ελλάδα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις πολιτικής έκφρασης ώστε να μπορούν να διατυπωθούν δημόσια και χωρίς φόβο προσωπικές μαρτυρίες για τα θέματα της Κατοχής, της Αντίστασης, της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου. 

Ανάμεσα στους Έλληνες που ζητήσαμε να μας μιλήσουν υπήρχαν στελέχη του ΕΑΜ και καπετάνιοι του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, πανεπιστημιακοί και φοιτητές, καλλιτέχνες, συγγραφείς, δημοσιογράφοι αλλά και απλοί άνθρωποι, υπάλληλοι, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, τεχνίτες, άνδρες και γυναίκες, που πήραν μέρος στις συγκρούσεις της περιόδου και υπέστησαν τις συνέπειες για πολλές δεκαετίες. 

Μας μίλησαν άνθρωποι που έζησαν στην Ελλάδα και βίωσαν τις διώξεις των μετεμφυλιακών κυβερνήσεων: εξορίες, φυλακίσεις, διαβίωση στην παρανομία για την αποφυγή της σύλληψης, εκβιασμούς για την παροχή πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων σε κάθε βήμα της κοινωνικής ζωής και στη συνέχεια νέες διώξεις από τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών μέχρι την κατάρρευσή της το 1974. 

Μας μίλησαν επίσης, και δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό, πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου οι οποίοι είχαν επαναπατριστεί, σε σημαντικούς αριθμούς εκείνη την εποχή, και έτσι μπορέσαμε να συμβάλουμε στο να ακουστεί και η δική τους φωνή. 

Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, στην Αθήνα και στην ευρύτερη περιοχή, στη Λαμία, στο Καρπενήσι, στα Γρεβενά, στην Κόνιτσα, αλλά και στο Μικρό και το Μεγάλο Χωριό και τη Βίνιανη της Ευρυτανίας, καθώς και στο χωριό Ζιάκας, τη λεγόμενη «Μικρή Μόσχα», του Νομού Γρεβενών6 του οποίου το σύνολο σχεδόν των κατοίκων είχε καταφύγει στις Λαϊκές Δημοκρατίες και τη Σοβιετική Ένωση. 

Συνταρακτικές ήταν οι μαρτυρίες των ανθρώπων στα χωριά του Γράμμου, στη Δροσοπηγή [Κάντσικο τότε], στην Πλαγιά [Ζέρμα τότε], στο Πληκάτι και στη Μολυβδοσκέπαστη, που πήραν μέρος στις εμφύλιες συγκρούσεις μέχρι τέλους, προβάλλοντας στις αφηγήσεις τους με τον πιο δραματικό τρόπο τις συμφορές του πολέμου. 

Ακούσαμε μαρτυρίες από αυτούς τους ανθρώπους για τις εμπειρίες από τις μάχες και τις ανθρώπινες απώλειες, για την αποστολή πρώτα των παιδιών έξω από τη χώρα, προκειμένου να σωθούν από τους αποτρόπαιους βομβαρδισμούς, και αργότερα, μετά την οριστική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, μαρτυρίες για τη δική τους διαφυγή προς την Αλβανία.7 Ακούσαμε ακόμα μαρτυρίες από μεγάλους ανθρώπους που είχαν διαφύγει μικρά παιδιά τότε. 

Βέβαια, για όσα παιδιά γεννήθηκαν στην υπερορία ο επαναπατρισμός δεν είχε μόνο θετικές πλευρές, αλλά τους δημιούργησε και πολλά, πρακτικά και γενικότερα υπαρξιακά προβλήματα, στα οποία αναφέρθηκαν –όπως στην ομαδική συνέντευξη που πραγματοποιήσαμε στα Γρεβενά. Η επιστροφή στην πατρίδα, την οποία είχαν γνωρίσει μόνο μέσα από τις εξιδανικευμένες αφηγήσεις των δικών τους, συχνά διέψευδε τις προσδοκίες τους και προκαλούσε έντονη απογοήτευση, σε βαθμό που έφταναν να αναπολούν τη ζωή τους στις χώρες που μεγάλωσαν, τους φίλους και τις φίλες τους, τις σπουδές τους, τις προοπτικές για δουλειά, αλλά και τον θαυμασμό που τους έδειχναν οι άνθρωποι εκεί για τους αγώνες των οικογενειών τους. Τέτοια ήταν η περίπτωση ενός νέου, ο οποίος πολύ νωρίς ταξίδεψε από τα Γρεβενά στη μακρινή Τασκένδη, προκειμένου να συναντήσει, έστω και για λίγο, τους φίλους του εκεί. 

Η έρευνα για τα πρόσωπα τα οποία, από την ελληνική πλευρά, θα έπαιρναν μέρος στις συνεντεύξεις ξεκίνησε στις αρχές του 1985, με συναντήσεις και διερευνητικές συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, σε διαφορετικές περιοχές της χώρας. Σε αυτές τις αναζητήσεις είχα την αμέριστη υποστήριξη του Γιάνη Γιανουλόπουλου, με τον οποίο μας συνέδεαν κοινές εμπειρίες από την αντιδικτατορική δράση στο Λονδίνο κατά την περίοδο της Χούντας. Αμέριστη ήταν και η υποστήριξη του συντρόφου μου, την εποχή εκείνη, Γιάννη Θεοδωράκη, του οποίου την πολύτιμη παρουσία χάσαμε τόσο πρόωρα, για τις επαφές που εξασφαλίσαμε με τη μεσολάβησή του. Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται και μικρά αποσπάσματα από κάποιες αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του Γιάννη Θεοδωράκη για την περίοδο 1944-1948, όταν ήταν ο ίδιος παιδί, οι οποίες εμπλουτίζουν –και με τον τρόπο αυτό– τις μαρτυρίες των συνεντεύξεων. 

Για τις συνεντεύξεις αυτές πάντως υπήρχε και μια πιο προσωπική πολλαπλή ευαισθητοποίηση, καθώς είχα και εγώ τις δικές μου εμπειρίες από επαφές και συζητήσεις με ανθρώπους που έζησαν τα δραματικά γεγονότα της περιόδου που καλύπτει ο Κρυμμένος Πόλεμος.8 Αναμφίβολα όμως όλα αυτά τα στοιχεία ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από την προοπτική της αποτύπωσης στον κινηματογραφικό φακό των αφηγήσεων των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Η πρόκληση ήταν πράγματι μεγάλη και η εμπειρία συγκλονιστική. Είμαι ευτυχής για την εμπιστοσύνη που μας έδειξαν και άνοιξαν την καρδιά τους, ευτυχής, γιατί αυτή η σχέση εμπιστοσύνης –η οποία γίνεται αντιληπτή κατά την παρακολούθηση της ταινίας– αποτυπωνόταν στα πρόσωπά τους στη διάρκεια αφηγήσεων βιωμάτων που είχαν σημαδέψει βαθιά τη ζωή τους. 

Η απομαγνητοφώνηση του περιεχομένου των κινηματογραφημένων συνεντεύξεων είχε γίνει από την παραγωγή της ταινίας χρησιμοποιώντας λατινικά στοιχεία. Τα κείμενα αυτά αποτέλεσαν τα κείμενα αναφοράς για αυτό το βιβλίο. Τη μεταγραφή τους στο ελληνικό αλφάβητο –μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία– ανέλαβε σε πρώτη φάση η καλή φίλη και συνεργάτιδα για πολλά χρόνια Πόπη Αλεξίου, της οποίας όχι μόνο οι συγκεκριμένες δεξιότητες, αλλά και οι παρατηρήσεις της πάνω στο υλικό υπήρξαν πολύτιμες. 

Η αντιπαραβολή με τα κείμενα αναφοράς και η θεώρηση των κειμένων έγιναν από εμένα, σε συνεργασία με τον Προκόπη Παπαστράτη. 

Τα κείμενα δεν σχολιάζονται, καθώς θεωρούμε ότι το ντοκιμαντέρ έχει αποδώσει όλα τα βασικά στοιχεία που αναδύονται από τις συνεντεύξεις με ουσιαστικό τρόπο. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν δημιουργηθεί και δύο ταινίες μεγάλου μήκους που αναφέρονται στις ζωές δύο αφηγητών μας: το 1985 η ταινία Πέτρινα χρόνια του Παντελή Βούλγαρη (εμπνευσμένη από τη ζωή της Ελένης Βούλγαρη-Γκολέμα που αφορά τις συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου -Θέμις Μπαζάκα), και σχετικά πρόσφατα, το 2023, το ντοκιμαντέρ Πέντε φορές ξένος του Βαγγέλη Ευθυμίου (αναφέρεται στη ζωή του καλλιτέχνη Σταύρου Κωτούλα) εμπλουτίζουν και αυτές, με τον δικό τους τρόπο, την αντίληψή μας για τα γεγονότα και τα πρόσωπα που υπέστησαν τα δεινά της συγκεκριμένης περιόδου

Επίσης να αναφέρω ότι την περίοδο που ακολούθησε πραγματοποιήθηκαν στον Ζιάκα και στο πολύ κοντινό του χωριό Περιβολάκι οι κοινωνιοανθρωπολογικές μελέτες της Ρίκης Βαν Μπουσχότεν που εκδόθηκαν όμως σχεδόν μια δεκαετία αργότερα το 1997 και το 1998 [πρόκειται για τα βιβλία: Ανάποδα χρόνια -συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών, (1997), και Περάσαμε πολλές μπόρες κορίτσι μου, (Δεκέμβριος 1998)]. Στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα υπάρχουν συχνές αναφορές σε κάποιες πρόσθετες πληροφορίες για τους ανθρώπους από τον Ζιάκα που πήραν μέρος στη έρευνα της Ρίκης Βαν Μπουσχότεν και συμμετείχαν και στις συνεντεύξεις του 1985. 

Οι μαρτυρίες αυτού του βιβλίου αναπλαισιώνονται στο σύνολό τους στο εισαγωγικό κείμενο του Προκόπη Παπαστράτη, με το οποίο τονίζεται το ενδιαφέρον τους για τη σύγχρονη προβληματική της ιστορικής μελέτης της περιόδου καθώς και της σειράς Ελλάδα: Ο Κρυμμένος Πόλεμος. 

Θα ήθελα να εκφράσω ολόθερμες ευχαριστίες στην Ασπασία Παπαστράτη η οποία μας υποστήριξε πολύπλευρα σε όλη τη διάρκεια της επιμέλειας των κειμένων του βιβλίου και επίσης να πω πως οι καθημερινές συζητήσεις μας και οι οξυδερκείς παρατηρήσεις του Παντελή Λαζαρίδη εμπλούτισαν τη ζωή μας και συνέβαλαν και αυτές στην ολοκλήρωση ετούτου του βιβλίου.

 

Σημειώσεις

1. Τη σειρά του ντοκιμαντέρ μπορεί να την δει κανείς μέσω των συνδέσμων των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ): https://www.youtube.com/watch?v=yehd3tVkJNI και του Πάντειου Πανεπιστημίου με ελληνικούς υπότιτλους: https://www.youtube.com/watch?v=ULktra_eQIk&t=48s

2. Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υπό τον Κωσταντίνο Καραμανλή (Ιούλιος-Νοέμβριος 1974), μετά την «de facto νομιμοποίηση» του ΚΚΕ προχώρησε στην έκδοση του Ν.Δ. 59/1974, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1974, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την επίσημη αποκατάσταση της νομιμότητας του ΚΚΕ. Πέρασαν όμως άλλα οχτώ χρόνια για τη νομιμοποίηση της Εθνικής Αντίστασης, με την ψήφιση του Νόμου 1285/20.9.82 που εισηγήθηκε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, απαραίτητη προϋπόθεση για να ρυθμιστούν ζητήματα που μπορούσαν να ομαλοποιήσουν σε κάποιο βαθμό τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων: το θέμα της ιθαγένειας των περιουσιών και τη ρύθμιση της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Ο σχετικός Νόμος 1539/1985 ψηφίστηκε τρία χρόνια αργότερα στις 3 Απριλίου του 1985. Ως προς τον όρο «Εμφύλιος Πόλεμος», αυτός θεσμοθετήθηκε από την κυβέρνηση συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη (Ιούλιος-Οκτώβριος 1989) με τον Νόμο 1863/1989 ο οποίος αναγνώρισε την περίοδο 1944-1949 ως περίοδο εμφυλίου πολέμου και αντικατέστησε τον όρο «συμμοριτοπόλεμος» σε όλα τα επίσημα κείμενα.

3. Δες συνέντευξη Νίκου Σβορώνου, σ. 442

4. Η σειρά προβλήθηκε από το τότε νεοσύστατο κρατικό τηλεοπτικό κανάλι Channel 4, με βασικό στόχο να προβάλει οπτικές από διαφορετικές κοινότητες και πολιτισμούς που συνδέονταν με το Ηνωμένο Βασίλειο. Διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Jeremy Isaacs, παραγωγός της τηλεοπτικής σειράς The World at War, ντοκιμαντέρ 26 επεισοδίων, η οποία αποτέλεσε ένα χρονικό των γεγονότων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ορόσημο στην ιστορία της τηλεόρασης του Ηνωμένου Βασιλείου. Εκείνος ενέκρινε την πρόταση της Τζέιν Γκάμπριελ για την παραγωγή του ντοκιμαντέρ στο οποίο αναφερόμαστε εδώ. Μολονότι υπέστη έντονες κριτικές γι’ αυτή την απόφαση, ο ίδιος υποστήριξε στο βιβλίο του Storm over 4: A Personal Account, Weldenfeld and Nicolson, 1989 ότι η σειρά του ντοκιμαντέρ δεν προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς.

5. Μέρη της σειράς παρουσιάστηκαν στην εκπομπή του Στέλιου Κούλογλου «Θεματική Βραδιά», τον Απρίλιο του 2006. Ολόκληρο το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε για πρώτη φορά από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του 11ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2020 (ακολούθησε και συζήτηση σε στρογγυλή τράπεζα).

6. Λίγα χρόνια αργότερα η Ρίκη βαν Μπουσχότεν ξεκίνησε συστηματικές μελέτες για τους κατοίκους στο Ζιάκα τις οποίες παρουσίασε στο βιβλίο της: Ανάποδα χρόνια. Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), Πλέθρον, 1997 καθώς και στο βιβλίο: Περάσαμε πολλές μπόρες κορίτσι μου…, Πλέθρον 1998. Για τους κοινούς αφηγητές και τις κοινές αφηγήτριές μας παραπέμπουμε συστηματικά στις σελίδες των έργων της Ρίκης βαν Μπουσχότεν εμπλουτίζοντας έτσι τα δεδομένα για τον καθένα και την καθεμία.

7. Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε όσοι και όσες πήραν μέρος σε αυτές να εκφραστούν με όσο το δυνατόν λιγότερες παρεμβάσεις, όταν η αφήγηση ή η αιτιολόγηση έρεε. Σημειώνεται ότι η αρχική μεταγραφή των συνεντεύξεων αποτύπωνε με ακρίβεια τη δομή των φράσεων και των προτάσεων ενώ η ιδιωματική έκφραση δεν είχε πάντα αποδοθεί. Η απεικόνιση των προσώπων στο βιβλίο αντιστοιχεί σε εκείνους/ες των οποίων αποσπάσματα των μαρτυριών τους περιλαμβάνονται στο ντοκιμαντέρ.

8. Κατά την παιδική μου ηλικία γνώρισα καλά τη ζωή στα απομακρυσμένα ορεινά χωριά της χώρας μας. Και αυτό γιατί η γιαγιά και ο παππούς μου κατοικούσαν σε ένα δύσκολα προσβάσιμο και χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα χωριό της Ρούμελης, το Αλποχώρι, σε υψόμετρο 1.000 μέτρων. Εκεί περνούσα με τους γονείς μου μερικές εβδομάδες κάθε καλοκαίρι από τότε που γεννήθηκα μέχρις ότου έφυγα για σπουδές στο εξωτερικό το 1962. Η περιοχή ήταν τόσο δυσπρόσιτη, ώστε σε ένα χωριό σε πολύ μικρή απόσταση από το δικό μας, στο Κροκύλειο, είχε φυγαδεύσει το ΕΑΜ τον ραβίνο της Αθήνας με την οικογένειά του, προκειμένου να αποτρέψει τη σύλληψή τους από τους Γερμανούς τον χειμώνα του 1943-1944. Αργότερα, κατά την εποχή της δικτατορίας (1967-1974), μου δόθηκε και πάλι η ευκαιρία να συναντήσω να μιλήσω και να συνεργαστώ στο εξωτερικό, στην Ευρώπη, με ανθρώπους που είχαν ζήσει τα γεγονότα της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Το ίδιο συνέβη και το 1977 που επισκέφθηκα την Τασκένδη, συνοδεύοντας τη στενή μου φίλη Μαρία Φαραντούρη, στην καλλιτεχνική της περιοδεία στη Σοβιετική Ένωση, όπου συναντήσαμε –όπως ήταν αναμενόμενο– πολλούς Έλληνες και Ελληνίδες πολιτικούς/ες πρόσφυγες, που για εκείνους/ες είχαμε πάει εκεί, οι οποίοι/ες μας μίλησαν για τη ζωή τους και την ελπίδα επιστροφής στην πατρίδα· μια επιστροφή που δεν είχαν σταματήσει ούτε μια στιγμή να ονειρεύονται.