Βιβλιοκριτική
Βιβλιοκριτική: "Ποια αναθεώρηση; Για ένα Σύνταγμα υπέρ των πολλών, όχι στα μέτρα των ‘από πάνω’"

Ποια αναθεώρηση;
Για ένα Σύνταγμα υπέρ των πολλών, όχι στα μέτρα των ‘από πάνω’
Ακρίτας Καϊδατζής, Χαράλαμπος Κουρουνδής

166 σελίδες, 16 €
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

 

Βρισκόμαστε σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, σε συνθήκες βαθιάς πολιτικής κρίσης, κρίση που αφορά όχι μόνο την κυβέρνηση ΝΔ που βρίσκεται από καιρό σε αποδρομή, αλλά και τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης.

Σε τέτοιες συνθήκες, ένα από τα πολλά προπετάσματα καπνού με τα οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να ξεφύγει από την κρίση της, αφορά και την πρότασή της για την αναθεώρηση του Συντάγματος, για την οποία μάλιστα επέσπευσε τη σχετική διαδικασία. Η πρόταση κατατέθηκε 2 Ιουνίου και η πρώτη ψηφοφορία έγινε στις 27/7, κατά την οποία καμία από τις προτεινόμενες προς αναθεώρηση διατάξεις δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη «συναινετική» πλειοψηφία 180 βουλευτών. Αυτό σημαίνει ότι το αν θα γίνει η αναθεώρηση, και με τι περιεχόμενο, θα εξαρτηθεί από την ερχόμενη Βουλή, αν και εφόσον συγκεντρωθεί πλειοψηφία 180 βουλευτών.

Ο συνταγματολόγοι Ακρίτας Καϊδατζής και Χαράλαμπος Κουρουνδής, αξιοποιούν την παραπάνω αναθεωρητική πρωτοβουλία της κυβέρνησης για να ανοίξουν τη συνολικότερη συζήτηση γύρω από το Σύνταγμα, τη λειτουργία του συνολικά και ειδικά από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα αναδεικνύουν την ανάγκη της εκ βάθρων κοινωνικής αλλαγής που υπερβαίνει το πλαίσιο οποιασδήποτε αναθεώρησης. Το νέο τους βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο «Ποια αναθεώρηση; Για ένα Σύνταγμα υπέρ των πολλών, όχι στα μέτρα των ‘από πάνω’» θέτει την όλη συζήτηση στη σωστή της βάση.

Ευθύς εξαρχής οι συγγραφείς αντιμετωπίζουν την κυβερνητική πρωτοβουλία όπως είναι, μια δηλαδή προσχηματική και επικοινωνιακού χαρακτήρα κίνηση και σαν τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. 

Στα πρώτα κεφάλαια, εξηγούν κατανοητά και συνοπτικά τι είναι το Σύνταγμα, τι αποτυπώνεται στο περιεχόμενό του, τι εξυπηρετούν οι αναθεωρήσεις, ποιος τις κάνει και γιατί, αλλά και πώς αλλάζει το Σύνταγμα πέρα από (και χωρίς) αυτές. Το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε προϊόν του μεταπολιτευτικού συμβιβασμού, που αποτυπώνει τους συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ μίας άρχουσας τάξης και ενός πολιτικού συστήματος το οποίο αγωνιούσε για την εκ νέου νομιμοποίησή του μετά από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την κατάρρευση της Χούντας, και από την άλλη ενός εργατικού κινήματος σε ξεσηκωμό, με τεράστιες μάχες όχι μόνο για τα εργασιακά δικαιώματα, αλλά και για δημοκρατία και ελευθερία, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Όπως περιγράφουν οι συγγραφείς, οι αναθεωρήσεις του Συντάγματος που ακολούθησαν το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, είχαν ως αντικείμενο κατά βάση την προσπάθεια των από πάνω να νοθεύσουν και να πάρουν πίσω όσες κατακτήσεις του εργατικού και κοινωνικού κινήματος αποτυπώθηκαν στο μεταπολιτευτικό Σύνταγμα. Έτσι, το Σύνταγμα έγινε προοδευτικά (ακόμα) χειρότερο για «τους πολλούς». Ταυτόχρονα, με διάφορους τρόπους επιχείρησαν να αξιοποιήσουν το Σύνταγμα για την περαιτέρω νομιμοποίηση και θωράκιση του πολιτικού συστήματος: όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται με αφορμή τις διατάξεις για τον βασικό μέτοχο και το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, «όταν το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί, ή ακόμα χειρότερα, δεν θέλει να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα, τότε κάνει αναθεώρηση, για να δώσει την εντύπωση ότι, πάντως, προσπαθεί». Παρόμοια, η τελευταία αναθεωρητική πρωτοβουλία του 2019, που ξεκίνησε επί ΣΥΡΙΖΑ και ολοκληρώθηκε επί ΝΔ, ορθά εντάσσεται σε μια επικοινωνιακή προσπάθεια της τότε κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ να δείξει ότι ακόμα και αν αποδέχεται τη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας, μπορεί να επιφέρει («ανέξοδες») θεσμικές αλλαγές. Και φυσικά, η θεσμική ασυλία που εξασφάλισε και διατηρεί το πολιτικό σύστημα για τον εαυτό του, μέσω του άρθρου 86 του Συντάγματος, αποτελεί κορυφαίο και συνεχιζόμενο σκάνδαλο, όπως αποδεικνύεται ιδιαίτερα αναφορικά με τις ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων για το έγκλημα στα Τέμπη. 

Ξανά και ξανά, οι συγγραφείς επιχειρούν να στρέψουν τη συζήτηση για το σύνταγμα στον πυρήνα της, στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που παράγει εγγενώς εκμετάλλευση, καταπίεση και διαφθορά. Οι τεκτονικές αλλαγές της «οικονομίας της αγοράς» τα τελευταία πενήντα χρόνια, σήμαναν ότι συνταγματικές διατάξεις που θεμελίωναν το κοινωνικό κράτος δικαίου και ήταν συμβατές με τις κεϋνσιανές πολιτικές που επικράτησαν μεταπολεμικά, κατάντησαν «κενό κέλυφος» μετά από δεκαετίες νεοφιλελεύθερων επιθέσεων.

Στην πραγματικότητα, η «επίφοβος δύναμις της πλουτοκρατίας» κατά τον Αλέξανδρο Σβώλο, οι επιθέσεις της άρχουσας τάξης, διαμορφώνουν το πραγματικό περιεχόμενο του συντάγματος αλλά και του πολιτεύματος γενικότερα, πέρα από τις διακηρύξεις για λαϊκή κυριαρχία και κοινωνικό κράτος. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν οι συγγραφείς, «η πλουτοκρατία είναι το μείζον, το κεντρικό πρόβλημα του πολιτεύματος. Για την αντιμετώπισή του, η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι σχεδόν αδιάφορη». Συνταγματικές αλλαγές που θα αφαιρούν πλούτο και δύναμη από το κεφάλαιο και θα ενισχύουν τα κοινωνικά δικαιώματα και τα δικαιώματα συλλογικής δράσης αποτελούν μεν για τους συγγραφείς σωστό προσανατολισμό, αλλά εντάσσονται αναγκαία «στην προοπτική ενός συνολικού κοινωνικού μετασχηματισμού».

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως οι κρατούντες δεν έχουν ανάγκη για περαιτέρω έλεγχο και θωράκιση του πολιτικού συστήματος, αξιοποιώντας ως κορυφαίο εργαλείο τη συνταγματική αναθεώρηση. Τα συντάγματα για τους από πάνω πρέπει να είναι πλουτοκρατικά, ταξικά και δεσποτικά, όπως επισημαίνεται. 

Η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα προσπαθεί να αποτινάξει τον τρόμο που υπέστη κατά την περίοδο 2006-2016, με φοιτητικά κινήματα που ακύρωσαν την αναθεώρηση του άρθρου 16, με την εξέγερση του Δεκέμβρη του ’08, με τους αντιμνημονιακούς αγώνες που αναδιέταξαν εκ βάθρων το πολιτικό σκηνικό και έβαλαν την εργατική τάξη, την κοινωνική πλειοψηφία στο προσκήνιο, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα του 2015. Προσπαθούν να ξορκίσουν το φάντασμα του «λαϊκισμού», εδώ και διεθνώς, σε μια περίοδο που εξεγέρσεις ξεσπάνε ολοένα και συχνότερα με απρόβλεπτες συνέπειες. Εκεί στοχεύουν ρητά, σύμφωνα με το μήνυμα του Μητσοτάκη σχετικά με την τωρινή κυβερνητική προσπάθεια αναθεώρησης, διατάξεις όπως η συνταγματική θεμελίωση της δημοσιονομικής ισορροπίας (ο νεοφιλελεύθερος «κόφτης» δημοσίων δαπανών), η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και η αναθεώρηση του άρθρου 16.

Το πόσο αναγκαία παραμένει για τους από πάνω η αναθεώρηση του άρθρου 16, παρά την αρχική επικύρωση από το ΣτΕ του νόμου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, φανερώθηκε γλαφυρά εν μέσω θέρους. Με νέα απόφασή του το ΣτΕ ακύρωσε τις άδειες τριών ιδιωτικών πανεπιστημίων, ενώ εκκρεμεί πια αίτηση ακύρωσης για άλλα εφτά, επικυρώνοντας ένα μεγάλο κυβερνητικό φιάσκο. Η συνεχιζόμενη επίθεση εναντίον της μονιμότητας με μοχλό την αξιολόγηση, κρίνεται επίσης απαραίτητη μπροστά σε έναν πολύχρονο αγώνα, με κέντρο τους εκπαιδευτικούς, που ξεπερνά νομοθετικές επιθέσεις, διώξεις και πειθαρχικά. Η επιστροφή της εκπαιδευτικού Χρύσας Χοτζόγλου στο σχολείο της αφού έπεσε στο κενό η προσπάθεια πειθαρχικής της καταδίκης, είναι το τελευταίο ηχηρό χαστούκι προς την κυβερνητική πολιτική. Και φυσικά, ο δημοσιονομικός «κόφτης» επιχειρεί να θεσμοθετήσει συνταγματικά την ΤΙΝΑ, σε απάντηση προς τους κλιμακούμενους απεργιακούς αγώνες για αυξήσεις στο δημόσιο. Η κυβέρνηση επιχειρεί να ξορκίσει τον «λαϊκισμό» και να καταστήσει πολιτικό μονόδρομο τις συνεχιζόμενες πολιτικές λιτότητας, ώστε τα πλεονάσματα να συνεχίσουν να κατευθύνονται σε φοροελαφρύνσεις για τους ισχυρούς, μπίζνες με τα κρατικά και ευρωπαϊκά κονδύλια και δισεκατομμύρια για τους εξοπλισμούς.

Το γεγονός ότι η τελευταία αυτή προσπάθεια της κυβέρνησης προοιωνίζεται πως θα καταλήξει στα αζήτητα, δεν σημαίνει ότι χάνει τη σημασία της. Αντίθετα, με αυτήν τίθεται η «ατζέντα» και οι αιχμές των τωρινών και μελλοντικών επιθέσεων των από τα πάνω, που ακόμα δεν έχουν καταφέρει να περάσουν. Με αυτήν την έννοια, οι συγγραφείς δεν παραλείπουν να θυμίσουν ότι το σύνταγμα και ο προσανατολισμός του έχει αποτελέσει το κέντρο κορυφαίων εργατικών και νεολαιίστικων αγώνων στη χώρα, όπως τα Ιουλιανά (1-1-4) και η μάχη του άρθρου 16 με τις καταλήψεις στα πανεπιστήμια του 06-07, δύο κορυφαίες περιπτώσεις «κινηματικής οικειοποίησης του συντάγματος», στις οποίες εξάλλου οι συγγραφείς αφιερώνουν την έκδοση. 

Όπως και να (παρ-)ερμηνεύεται, το σύνταγμα θα συνεχίσει να αποτελεί πεδίο συγκρούσεων, όσο οι κρατούντες παραμένουν μια μικρή μειοψηφία που συγκεντρώνει τον πλούτο. Για αυτό και βιβλία όπως η νέα μελέτη των Καϊδατζή-Κουρουνδή, αποτελούν χρήσιμο οδηγό για τις μάχες του σήμερα, ιδιαίτερα επειδή προσφέρουν μια κατανοητή και στοχευμένη ματιά στους μηχανισμούς εξουσίας, αλλά και έναν σαφή προσανατολισμό για την κοινωνική πλειοψηφία. Η επιλογή των δύο συνταγματολόγων να ταχθούν αμέριστα με την πλευρά των πολλών και να προσφέρουν μία συνεκτική οπτική από την πλευρά των από τα κάτω, για θέματα που η εξουσία προτιμά να κρατά αποκλεισμένα, ως «σύνθετα», «τεχνικά» κλπ, δίνει ακόμα μεγαλύτερη αξία στο έργο τους, και έναν ακόμα λόγο για να διαβαστεί από όλες και όλους.